Χαρακτηρίζεται ως “Γεώφυτο (G)” και το ενδιαίτημά του είναι “Ενδιαίτημα γλυκών υδάτων (Α)”.

Αναπτύσσεται σε υγρές και σκιερές τοποθεσίες. Προτιμά ασβεστολιθικά πετρώματα. Απαντάται συχνά σε τοιχώματα σπηλαίων, φαράγγια, γκρεμούς κοντά σε καταρράκτες, παλιά πηγάδια και υγρούς πέτρινους τοίχους.

(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)

Ποώδης φτέρη, αείφυλλη, χερσαία ή επιλιθική που φτάνει σε ύψος τα 10-40 cm. Τα φύλλα είναι δις- ή τρις-πτερωτά, με βαθύ πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια (προσαξονική) και ανοιχτό πράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια (απαξονική). Το έλασμα του φύλλου έχει ωοειδές – τριγωνικό περίγραμμα. Τα φύλλα συνδέονται με έναν σκούρο καστανό και λεπτό μίσχο, του οποίου η βάση καλύπτεται από λέπια. Οι ρίζες είναι κοντές, έρπουν στο έδαφος και καλύπτονται από καστανά λογχοειδή λέπια, όμοια με αυτά του μίσχου.

(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)

Τα φυτά του είδους είναι κρυπτόγαμα, δηλαδή τα αναπαραγωγικά τους όργανα, τα σπόρια, είναι αόρατα με γυμνό οφθαλμό. Στο κάτω μέρος των πτεριδίων παράγονται τα σποριάγγεια τα οποία είναι μικρά και ανοιχτού καφέ χρώματος. Με το άνοιγμα των σποριαγγείων απελευθερώνονται τα σπόρια, τα οποία φυτρώνουν στο έδαφος. Αν και η παραγωγή των σπορίων πραγματοποιείται καθ΄ όλο το έτος, φτάνει τον μέγιστο βαθμό στο τέλος της Άνοιξης και κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, ιδιαιτέρως από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο.

Το όνομα Adiantum προέρχεται από το ελληνικό στερητικό “α” και από το ρήμα “διαίνω” (υγραίνω), εφόσον τα φύλλα του απωθούν το νερό και παραμένουν στεγνά ακόμα και αν βυθιστούν σε αυτό!

Ο Θεόφραστος, το κατατάσσει στα αείφυλλα φυτά, επισημαίνοντας ότι τα φύλλα του δεν βρέχονται αλλά ούτε συγκρατούν δροσιά γεγονός που εξηγεί και την ονομασία του (“α-διαίνω”, δηλαδή δεν βρέχεται). Επισημαίνει ότι υπάρχουν δύο ποικιλίες, η λευκή και η μαύρη, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της τριχόπτωσης και σε παθήσεις του ουροποιητικού. Το φυτό αναπτύσσεται σε σκιερά και υγρά μέρη, με μικρά φύλλα σε ζεύγη και χωρίς εμφανή ρίζα. Αυτή η μη εμφανής ρίζα, ο Διοσκουρίδης την αναφέρει ότι μάλλον είναι άχρηστη (!), ενώ παρατηρεί ότι το φυτό είναι πάρα πολύ τριχωτό, δεν έχει βλαστό, άνθος ή καρπό. Ο Πλίνιος, το περιγράφει ως θαυμαστό φυτό που παραμένει πράσινο όλο τον χρόνο και παρουσιάζει “απέχθεια” προς το νερό. Αυτή η ιδιότητα συγκέντρωνε θαυμασμό στην αρχαιότητα και πιθανότατα το κατέστησε κατάλληλο για τελετουργικές χρήσεις ή για παρασκευές που απαιτούσαν ανθεκτικό φύλλωμα. Επίσης, ο επιθετικός προσδιορισμός του είδους “capillus-veneris”, αναφέρεται στα μαλλιά της θεάς Αφροδίτης, τα οποία σύμφωνα με τον μύθο, ήταν τόσο στεγνά όταν βγήκε από την θάλασσα, όσο και τα φύλλα του φυτού αφότου έρθουν σε επαφή με το νερό.

Ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι φυτρώνει σε παλιούς τοίχους, σε μάντρες, σε κακοσυντηρημένα κτίρια και κυρίως γύρω από κρήνες, γεγονός που συμβαίνει μέχρι και σήμερα! Ο Αιλιανός, αναφέρει ότι ο τσαλαπετεινός χρησιμοποιεί το φυτό για να κρύβεται πίσω από τα πυκνά του φύλλα!

Τέλος, ο στωικός φιλόσοφος Κορνούτος αναφέρει ότι τον Πλούτωνα, τον θεό του Κάτω Κόσμου, τον στεφανώνουν και με αδίαντο. Ο συμβολισμός έγκειται στην ιδιότητα του φυτού να «μην υγραίνεται», υπενθυμίζοντας έτσι ότι οι νεκροί έχουν πλέον αποξηρανθεί, στερούμενοι τη ζωτική υγρασία που είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη και την ακμή της ζωής.

Στη “Γλώσσα των Λουλουδιών” της Βικτωριανής εποχής, συμβόλιζε τη διακριτικότητα και τον μυστικό δεσμό, ενώ στην ινδική παράδοση υπήρχε η πεποίθηση ότι όπου φύτρωνε το φυτό περπατούσε η θεά Parvati (η θεά της θηλυκής ενέργειας).

Σύμφωνα με τον Θεόφραστο, τον Πλίνιο και τον Διοσκουρίδη, η σημαντικότερη χρήση του φυτού ήταν κατά της τριχόπτωσης, όταν αναμιγνυόταν με λάβδανο (ή ελαιόλαδο). Παράλληλα, το αφέψημα από νεαρούς βλαστούς θεωρούνταν βοηθητικό για την καλή κατάσταση της φωνής, καθώς και για την αντιμετώπιση της δύσπνοιας, του ίκτερου, των προβλημάτων στον σπλήνα ή της δυσουρίας. Ο Πλίνιος αναφέρει τη χρήση του για την αποβολή λίθων από την ουροδόχο κύστη, ιδιότητα που συνδέεται με την ονομασία «saxifragum» (λιθοθραύστης), ενώ η κατανάλωσή του με κρασί θεωρούνταν βοήθημα για τις πληγές από δαγκώματα ζώων. Επιπλέον, αναφέρεται ως διουρητικό, ως αντίδοτο σε δηλητήρια φιδιών και αραχνών, καθώς και ως θεραπεία για το άσθμα, τις παθήσεις του ήπατος και του σπλήνα, τις αιμορραγίες και τις δερματικές παθήσεις. Ιστορικά, μέχρι και τον 19ο αιώνα, χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή του σιροπιού “Capillaire” κατά του βήχα, ενώ από τα αποξηραμένα φύλλα του παρασκευάζεται τσάι. Τέλος, παραμένει ένα δημοφιλές καλλωπιστικό φυτό λόγω της ιδιαίτερης εμφάνισής του.

(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).

  • https://www.worldfloraonline.org
  • https://www.missouribotanicalgarden.org
  • https://tropical.theferns.info
  • https://floranorthamerica.org
  • https://powo.science.kew.org
  • https://www.rhs.org.uk
  • Dimopoulos, P., Raus, T., Bergmeier, E., Constantinidis, T., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist (Englera 31). Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. https://doi.org/10.3372/en.31
  • Moore, T. (1857). The ferns of Great Britain and Ireland (J. Lindley, Ed.). Bradbury & Evans.
  • S., J. H. (1877). Floral poetry and the language of flowers. Marcus Ward & Co. https://doi.org/10.5962/bhl.title.160012
  • Θεόφραστος, “Περί φυτών Ιστορίαι”, 7.10.2, 714.1
  • Ὀρφέως “Ἀργοναυτικά”, 911
  • Πύρρος, Δ. ο Θετταλός. (1838). Βοτανικὴ πρακτική: Προσηρμοσμένη εἰς τὴν ἰατρικὴν καὶ οἰκονομίαν. Τυπογραφείο Αγγέλου Αγγελίδου.
  • Aelianus, “De Natura Animalium”, 1.35
  • Cornutus, Theologiae Graecae compendium”, 75
  • Dioscorides, “De Materia Medica”, XVII
  • Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 21.60.1, 22.30, 28.46.1