Είδος που ευδοκιμεί σε τροπικές ή υποτροπικές αμμώδεις παράκτιες περιοχές και σε ημίξηρο έως ελαφρώς υγρό κλίμα. Μπορεί να αναπτύσσεται σε κάθε τύπο εδάφους, ενώ το ηλιακό φως είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή του. Δεν επιβιώνει υπό συνθήκες ψύχους.

(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)

Αείφυλλο δέντρο ταχείας ανάπτυξης που φτάνει σε ύψος 10-30 m. Η κόμη του είναι πλατιά και πυραμιδοειδής, με τελική διάμετρο τα 8-10 m, ενώ ο κορμός έχει τροχεία υφή και γκρι-καφέ ή σκούρο καφέ χρώμα. Τα φύλλα είναι σκούρα πράσινα, απλά, βελονοειδή και εκφύονται ανά 7 ή 8 σε σπονδυλωτή διάταξη. Το ριζικό σύστημα είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο, χαρακτηριστικό του είδους, το οποίο έχει οδηγήσει στην φύτευσή του σε περιοχές όπου υπάρχει ανάγκη για περιορισμό της εδαφικής διάβρωσης.

(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)

Μόνοικο είδος με ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά κοκκινωπά άνθη. Τα αρσενικά άνθη οργανώνονται σε στάχεις μήκους 1-4 εκατοστών, ενώ τα θηλυκά οργανώνονται σε βοτρυώδεις ταξιανθίες 3-5 cm. Μετά τη γονιμοποίηση παράγονται ξυλώδεις καρποί ωοειδούς σχήματος, μήκους 1-2,5 cm και διαμέτρου 1 cm, που θυμίζουν κώνους. Τα σπέρματα είναι σαμάρες (σαμάριο), με ωχρά καφέ απόχρωση, ελλειπτικό σχήμα και μήκος 5-8 mm, συμπεριλαμβανομένων των πτερυγίων τους. Η περίοδος άνθισης διαρκεί από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο.

Αν και θυμίζει πεύκο λόγω της δομής των βλαστών και των φύλλων, εντούτοις δεν ανήκει στα κωνοφόρα. Στις ρίζες των δέντρων παρατηρούνται δομές που ονομάζονται φυμάτια, οι οποίες δημιουργούνται από βακτήρια του γένους Frankia. Μεταξύ των δύο τύπων οργανισμών επικρατούν συμβιωτικές σχέσεις, καθώς τα βακτήρια μετατρέπουν το άζωτο της ατμόσφαιρας σε μορφές που μπορούν να αφομοιωθούν από τον φυτικό οργανισμό, επιτρέποντάς του να αναπτύσσεται σε φτωχά σε θρεπτικά συστατικά εδάφη.

Η πρώτη επίσημη περιγραφή του είδους έγινε το 1759 από τον Κάρολο Λινναίο στο έργο του “Amoenitates Academicae”. Το όνομά του δένδρου συνδέεται με τον Καζουάριο (τροπικό πτηνό), λόγω της ομοιότητας του φυλλώματος με τα πτερύγιά του. Ο επιθετικός προσδιορισμός “equisetifolia” μεταφράζεται ως «τρίχωμα αλόγου» και αφορά στην όψη των φύλλων. Το 1898, σπέρματα του είδους εισήχθησαν στη Φλόριντα προκειμένου να φυτευτούν στις όχθες των καναλιών και να σταθεροποιήσουν το έδαφος.

Στην παραδοσιακή κουλτούρα των Αβορίγινων της Αυστραλίας, η καζουαρίνα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή όπλων (μπούμερανγκ). Το ξύλο των δέντρων είναι σκληρό και ανθεκτικό, χαρακτηριστικά που το καθιστούν ιδανικό για χρήση σε οικοδομικές κατασκευές. Αξιοποιείται επίσης ως καύσιμο. Το είδος χρησιμοποιείται και για την παραγωγή χαρτοπολτού, ενώ επίσης ο φλοιός που εμφανίζει υψηλή περιεκτικότητα σε τανίνες, βρίσκει εφαρμογή στη βαφή δερμάτων και άλλων υφασμάτων. Διάφορα μέρη του φυτού παρουσιάζουν φαρμακευτικές δράσεις, μεταξύ των οποίων είναι η αντιβακτηριακή και η αντιφλεγμονώδης δράση. Ως ανθεκτική στο αλάτι και στην ξηρασία, η καζουαρίνα φύεται ακόμα και σε αμμώδη, παράκτια και σε φτωχά σε άζωτο εδάφη, ενώ οι ρίζες της σταθεροποιούν το έδαφος, καθιστώντας την χρήσιμη σε έργα αναδάσωσης και ελέγχου της διάβρωσης.

(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).

Στην Τέχνη

Έχουν γίνει αναφορές του είδους στην ποίηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημα “Our Casuarina Tree” της Toru Dutt (1881), όπου το δέντρο λειτουργεί ως σύμβολο της παιδικής της ηλικίας και της νοσταλγίας που νιώθει. Στη συλλογή διηγημάτων “The Casuarina Tree” (1926) του W. Somerset Maugham, η καζουαρίνα λειτουργεί ως σύμβολο για τους Άγγλους εποίκους της Μαλαισιανής Χερσονήσου. Η παρομοίωση αναδεικνύει τον ρόλο τους ως συνεχιστών των πρωτοπόρων: όπως το δέντρο συγκρατεί το χώμα, έτσι και η δική τους παρουσία επέφερε κοινωνική οργάνωση και σταθερότητα.