Χαρακτηρίζεται ως “Υδρόβιο (Α)” και το ενδιαίτημά του είναι “Ενδιαίτημα γλυκών υδάτων (Α)”. Απαντά σε γλυκά έως υφάλμυρα, στάσιμα ή μικρής ροής ύδατα (υγρότοποι, λίμνες, τεχνητές δεξαμενές).
(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)
Είναι γένος υδρόβιων φυτών που αριθμεί έως τώρα 65 είδη. Μπορεί να είναι ριζωματώδη ή κονδυλώδη, πολυετή ή ετήσια, με φύλλα που επιπλέουν στα περισσότερα είδη, ενώ σε μερικά μπορεί να είναι βυθισμένα. Το έλασμα μπορεί να κυμαίνεται σε πλάτος από 2,5 έως 60 εκατοστά, με ωοειδές, στρογγυλό ή καρδιοειδές σχήμα και χαρακτηριστική εγκοπή στη βάση.
(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)
Τα άνθη του νούφαρου είναι ακτινόμορφα και προβάλλουν από τον κεντρικό μίσχο του φυτού. Συνήθως επιπλέουν ή βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια του νερού, ενώ σπάνια είναι βυθισμένα. Φτάνουν σε διάμετρο μέχρι και 30 εκατοστά, και έχουν από 6 έως 50 λογχοειδή πέταλα διαφόρων χρωμάτων (συνήθως λευκό, κίτρινο, ερυθρό, ιώδες ή ροζ), πολύ μεγαλύτερα από τα σέπαλα. Είναι ερμαφρόδιτα και παραμένουν ανοιχτά από δύο έως αρκετές μέρες, και η διασπορά γύρης πραγματοποιείται κυρίως με τη βοήθεια εντόμων. Ο καρπός μπορεί να είναι σφαιρικός ή ακανόνιστου σχήματος, σαρκώδης ή σπογγώδης και στηρίζεται σε ποδίσκο. Τα σπέρματα που περιέχει μπορούν να είναι τριχωτά ή μη, με λεία επιφάνεια ή ραβδώσεις και συχνά βλεννώδη επικάλυψη. Καταναλώνονται από πουλιά σε ορισμένα είδη. Διασπείρονται τον Σεπτέμβριο, ενώ η φύτρωση ξεκινά αμέσως μετά. Αναπαράγονται, εκτός από τη φύτρωση σπερμάτων, και μέσω απόσπασης κονδύλων και σχηματισμού στολώνων.
Στο γένος περιλαμβάνονται είδη που απειλούνται με εξαφάνιση, όπως το N. loriana, N. thermarum, N. stuhlmannii, και N. nouchali var. mutandaensis. Το κοινό όνομα “νούφαρο” χρησιμοποιείται και για άλλα γένη της οικογένειας Nymphaeaceae, όπως τα Nuphar sp. και Victoria sp.
Η παρουσία του φυτού καταγράφεται εδώ και 4.000 χρόνια, ιδίως μέσω της αιγυπτιακής τέχνης. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι συνέδεσαν το φυτό με τον διαχωρισμό των θεοτήτων του Πάνω και του Κάτω Κόσμου. Η σύνδεση αυτή βασιζόταν στο άνοιγμα και το κλείσιμο των ανθέων του νούφαρου κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας, αντικατοπτρίζοντας τις πεποιθήσεις τους για τον θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή. Ο Θεόφραστος αναφέρεται με λεπτομέρεια στο νούφαρο του Νείλου, τον λεγόμενο “λωτό” (Nymphaea caerulea), που φυτρώνει κυρίως στις πεδιάδες όταν αυτές πλημμυρίζουν. Η ρίζα του λωτού λέγεται “κορσίον”, ενώ το άνθος του είναι λευκό, με πολλά και πυκνά πέταλα, τα οποία όταν ο ήλιος δύει, κλείνουν και καλύπτουν το «κεφάλι» του άνθους· με την ανατολή ανοίγουν και προβάλλουν πάνω από την επιφάνεια του νερού, διαδικασία που συνεχίζεται μέχρι να ωριμάσει το «κεφάλι» και να πέσουν τα άνθη. Στον Ευφράτη, λέγεται ότι το «κεφάλι» και τα άνθη βυθίζονται κατά τη διάρκεια της νύχτας σε βάθος που κανείς δεν μπορεί να φτάσει με το χέρι, ενώ με το πρώτο φως ανεβαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια και ανοίγει το άνθος, που υψώνεται αρκετά πάνω από το νερό. Οι Αιγύπτιοι συλλέγουν αυτά τα «κεφάλια» σε σωρούς και τα αφήνουν να σαπίσουν. Όταν σαπίσει το περίβλημα, τα πλένουν στον ποταμό, βγάζουν τα σπέρματα και, αφού τα στεγνώσουν και τα κοπανίσουν, φτιάχνουν ψωμί από αυτά. Την ίδια περιγραφή με τον Θεόφραστο κάνει και ο Διοσκουρίδης, ενώ ο Πλίνιος αναφέρεται στο όνομα του νούφαρου και σημειώνει ότι προέρχεται από μία Νύμφη που πέθανε από ζήλια για τον Ηρακλή, για αυτό και μερικοί το ονομάζουν «ἡρακλεών». Από άλλους αποκαλείται «ῥόπαλον», λόγω της ομοιότητας της ρίζας του με ρόπαλο, την οποία όσοι καταναλώνουν τους προκαλεί προσωρινή στείρωση. Τα δύο πιο κοινά ανθικά μοτίβα της αρχαίας Αιγύπτου κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της ήταν ο πάπυρος, που αντιπροσώπευε τη Κάτω Αίγυπτο, και ο μπλε λωτός που αντιπροσώπευε την Άνω Αίγυπτο, με τα στελέχη των δύο φυτών να περιπλέκονται για να συμβολίσουν την ένωση της χώρας ήδη από την πρώτη δυναστεία. Μάλιστα, ο μπλε λωτός άρχιζε να ανθίζει με την έλευση της (ετήσιας) πλημμύρας του Νείλου, αποτελούσε το πρώτο σημάδι αναγέννησης και βλάστησης.
Καλλιεργούνται συχνά ως καλλωπιστικά υδρόβια φυτά, ενώ προσφέρουν σκίαση σε άλλα είδη του υδάτινου περιβάλλοντος. Όλα τα είδη περιέχουν τα αλκαλοειδή νουφαρίνη και νυμφεΐνη, τα οποία έχουν αναισθητικές και αφροδισιακές ιδιότητες. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι τα σπέρματα του Nymphaea heraclia λαμβάνονται με κρασί για την αντιμετώπιση διάρροιας και δυσεντερικών φαινομένων, ενώ η ρίζα του, ιδίως όταν λαμβάνεται με κρασί, μειώνει τη σπληνομεγαλία. Επίσης, η κατανάλωση όλου του φυτoύ «αφαιρεί τελείως τη γενετήσια επιθυμία» και μία δόση μπορεί να έχει αποτέλεσμα «για σαράντα ημέρες», ιδιότητα που απαντά και σε μεταγενέστερη ιατρική και μοναστική παράδοση, δείχνοντας τη μακρά διάρκεια της φήμης του ως καταπραϋντικού της libido. Τέλος, αναφέρει την επουλωτική εφαρμογή του νούφαρου σε χτυπήματα ή πληγές, τη δράση της ρίζας του στη θεραπεία χρόνιων ελκών, τη χρήση του για δερματικές κηλίδες και την αντιμετώπιση της αλωπεκίας. Όταν το φυτό αυτό εμποτίζεται σε αιθανόλη, τα αλκαλοειδή διαλύονται, πράγμα που σημαίνει ότι οποιοδήποτε φυτό που δεν προκαλεί κάποια επίδραση όταν καταναλώνεται μόνο του, μπορεί να απελευθερώσει τις ηρεμιστικές, αφροδισιακές μέχρι και ενθεογόνες ιδιότητές του σε ένα αλκοολούχο ποτό. (Ένα ενθεογόνο προκαλεί αλλαγές στην αντίληψη, τη συμπεριφορά και τη γνωστική λειτουργία ενός ατόμου. Συχνά χρησιμοποιείται από πνευματικές ή θρησκευτικές ομάδες ως μέσο κάποιας μυστικιστικής τελετής). Με παρόμοιο τρόπο, το νούφαρο είχε χρησιμοποιηθεί και στον πολιτισμό των Μάγια. Ορισμένα μέρη του φυτού έχει αναφερθεί ότι καταναλώνονται μετά από επεξεργασία σε χώρες της Αφρικής και τις Φιλιππίνες. Οι τανίνες που εξάγονται από τα ριζώματα χρησιμοποιούνται για τη βαφή υφασμάτων σε μωβ-μαύρο ή καφέ χρώμα. Οι μίσχοι χρησιμοποιούνται ως καπνοσύριγγα (πίπα) για το κάπνισμα καπνού.
(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).
- https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BF
- https://powo.science.kew.org/taxon/urn:lsid:ipni.org:names:330032-2
- https://portal.cybertaxonomy.org/flora-greece/cdm_dataportal/taxon/cf385f14-535f-40d9-b8a3-b4021b67a428
- Berlant, S. R. (2005). The entheomycological origin of Egyptian crowns and the esoteric underpinnings of Egyptian religion. Journal of Ethnopharmacology, 102(2), 275–288. https://doi.org/10.1016/j.jep.2005.07.028
- Bonelli, G., Martelli, N., Sabbati, L., & Sabbati, C. (1772–1793). Hortus Romanus juxta systema Tournefortianum. Sumptibus Bouchard et Gravier.
- Dimopoulos, P., Raus, T., Bergmeier, E., Constantinidis, T., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist (Englera 31). Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. https://doi.org/10.3372/en.31
- Dioscorides, “De materia medica”, CXXXVIII
- Duhamel du Monceau, H.-L. (1755). Traité des arbres et arbustes qui se cultivent en France en pleine terre. Chez H.L. Guerin & L.F. Delatour.
- Harer, B. W., Jr. (1985). Pharmacological and biological properties of the Egyptian lotus. Bulletin of the American Research Center in Egypt, 22, 49.
- Hepper, N. F. (1990). Pharaoh’s flowers: The botanical treasures of Tutankhamun. HMSO.
- Meyboom, P. (1995). Description. In The Nile mosaic of Palestine, early evidence of Egyptian religion in Italy (EPRO 121, pp. 72–73). Brill.
- Miller, M. E. (1986). The murals of Bonampak. Princeton University Press.
- Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 25.37, 26.28.1, 26.48.1, 26.83.1, 26.61.1, 26.87.1, 26.92.1
- Rands, R. L. (1953). The water lily in Maya art: A complex of alleged Asiatic origin. Anthropological Papers: Bureau of American Ethnology Bulletin, 151, 75–153.
- Sanchez, M. G., & Harer, B. W., Jr. (2014). History of toxicology and environmental health: Toxicology in antiquity (Vol. 1). Elsevier. https://doi.org/10.1016/B978-0-12-800045-8.00001-0
- Wiersema, J. H. (1988). Reproductive biology of Nymphaea (Nymphaeaceae). Annals of the Missouri Botanical Garden, 75(3), 795–804. https://doi.org/10.2307/2399367
- Θεόφραστος, “Περί φυτών ιστορίαι”, 4.10.8, 4.8.8, 4.10.2, 4.10.4, 9.13.1
- Πύρρος, Δ. ο Θετταλός. (1838). Βοτανικὴ πρακτική: Προσηρμοσμένη εἰς τὴν ἰατρικὴν καὶ οἰκονομίαν. Τυπογραφείο Αγγέλου Αγγελίδου.
Σε κάθε εποχή θα δεις
ΑΝΟΙΞΗ
Φύλλα
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Φύλλα,
Άνθη
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Φύλλα,
ώριμοι καρποί
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Υπόγειο ρίζωμα,
μη ορατό
Στην Τέχνη
Το άνθος του νούφαρου αναφέρεται συχνά σε αγγλικά κείμενα με τη λατινική λέξη lotus, (λωτός). Το μοτίβο του λωτού παρατηρείται συχνά στην αρχιτεκτονική των κιόνων ναών. Στην Αίγυπτο, ο λωτός, με την άνοδό του από τη λάσπη του πυθμένα για να ξεδιπλώσει τα πέταλά του προς τον ήλιο, αποτελεί συμβολισμό της δημιουργίας. Στα έργα που απεικονίζουν τον λωτό συμπεριλαμβάνονται μια συριακή πλάκα του 14ου-13ου αιώνα π.Χ., η οποία απεικονίζει τη θεά Ασερά (μεγάλη Μητέρα) να κρατάει δύο άνθη λωτού, ένα πάνελ από ελεφαντόδοντο του 9ου-8ου αιώνα π.Χ. που απεικονίζει τον θεό Ώρο (ταυτιζόταν με τον Απόλλωνα) καθισμένο σε ένα άνθος λωτού. Η διάσημη σαρκοφάγος και η μούμια του Τουταγχαμώνος, περιλαμβάνουν και τον μπλε λωτό του Νείλου, ως ένα από τα βασικά στοιχεία διακόσμησης, αφού ο ίδιος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο φυτό αυτό, καθώς χρησιμοποιούνταν συνεχώς στα κοσμήματά του, στους κίονες και στα αλαβάστρινα διακοσμητικά του. Στο Μεξικό, στο Bonampak, απεικονίζονται τεράστια νούφαρα στον τοιχογραφικό διάκοσμο που χρονολογούνται στην ύστερη κλασική περίοδο του πολιτισμού των Μάγια (περίπου γύρω στο 790 μ.Χ.). Ο Claude Monet έχει φιλοτεχνήσει περίπου 250 πίνακες με νούφαρα, από το 1897 έως το 1926.















