Χαρακτηρίζεται ως “Φανερόφυτο (P)” και το ενδιαίτημά του είναι “ Δασικές εκτάσεις και θαμνώνες (W)” και “Ξερικά μεσογειακά φρύγανα και λιβάδια (P)”. Εντοπίζεται επίσης και σε ξηρές βραχώδεις πλαγιές.

(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)

Το είδος Olea europaea έχει επτά φυσικά υποείδη. Το υποείδος O. europaea subsp. europaea περιλαμβάνει την καλλιεργούμενη ελιά (var. sativa) και την αγριελιά (var. sylvestris). Οι δύο ποικιλίες μπορούν να διακριθούν από το μέγεθος του καρπού τους, που είναι μεγαλύτερο στην καλλιεργούμενη ελιά. Πρόκειται για ένα αείφυλλο δέντρο ή θάμνο που σπάνια ξεπερνά τα 15 μέτρα ύψους. Ο κορμός είναι συνήθως γκρίζος, καμπυλωτός, οζώδης και εστραμμένος. Τα φύλλα είναι αντίθετα, δερματώδη, λογχοειδή, με μήκος από 4 έως 10 εκατοστά και πλάτος από 1 έως 3 εκατοστά, σκουροπράσινα στην άνω επιφάνεια και αργυρόχρωμα στην κάτω η οποία καλύπτεται από πολυάριθμες, μικροσκοπικές, ακτινωτές τρίχες.

(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)

Τα άνθη της ελιάς είναι λευκωπά, και πολύ μικρά (3-4 χιλιοστά), σχηματίζουν ταξιανθία βότρυος και εμφανίζονται προς το τέλος Μαΐου. Ο καρπός είναι δρύπη, ελλειπτική ή σφαιρική μήκους από 1 έως 4 εκατοστά, σκούρου ιώδους, μαύρου ή κιτρινοπράσινου χρώματος, με σαρκώδες περικάρπιο και ξυλώδες ενδοκάρπιο. Ωριμάζει και συλλέγεται κατά τα τέλη του φθινοπώρου και αρχές του χειμώνα. Το είδος πολλαπλασιάζεται κυρίως αγενώς με μοσχεύματα, παραφυάδες ή εμβολιασμό. Φύτρωση σπερμάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί, αλλά σε μικρά ποσοστά λόγω του σκληρού, ξυλώδους ενδοκαρπίου που περιβάλλει το σπέρμα.

Η αγριελιά πιθανότατα είχε εξημερωθεί ήδη από τη Νεολιθική περίοδο πριν από περίπου 6.000 χρόνια. Εξαγωγή ελαιόλαδου έχει καταγραφεί κατά την μινωική και μυκηναϊκή περίοδο, ενώ αποτελούσε μια ουσιαστική πηγή πλούτου της Αθήνας, την εποχή του Περικλή.

Η ιστορία της ελιάς συνδέεται άρρηκτα με την πορεία των οργανωμένων ανθρώπινων κοινωνιών. Παλαιοβοτανικά ευρήματα (γύρη, απολιθωμένα φύλλα και ξυλώδη κατάλοιπα) δείχνουν ότι πρόγονοι της ελιάς (Olea europaea var. sylvestris) υπήρχαν ήδη από το Ανώτερο Μειόκαινο και Πλειόκαινο (περίπου 20–5 εκα-τομμύρια έτη πριν), ενώ παρουσία γυρεοκόκκων ελιάς έχει καταγραφεί σε ιζήματα της Ανατολικής Με-σογείου ήδη από το Πλειστόκαινο. Όσον αφορά στη σχέση με τον άνθρωπο, τα αρχαιοβοτανικά δεδομένα δείχνουν συλλογή άγριων καρπών ήδη από τη Νεολιθική περίοδο (7η–6η χιλιετία π.Χ.). Η συστηματική καλλιέργεια και εξημέρωση τοποθετείται γενικά στην 4η–3η χιλιετία π.Χ., με ισχυρές ενδείξεις από την Εύφορη Ημισέληνο (Συροπαλαιστίνη), την Κρήτη και την Κύπρο. Στη Μινωική και Μυκηναϊκή εποχή (2η χιλιετία π.Χ.) η ελαιοκαλλιέργεια ήταν ήδη οργανωμένη και το ελαιόλαδο αποτελούσε σημαντικό εμπορι-κό προϊόν, όπως αποδεικνύεται από πινακίδες Γραμμικής Β΄ και αποθηκευτικούς πίθους. Κλαδιά ελιάς έχουν εντοπιστεί ακόμα και σε τάφους Φαραώ, ενώ η καλλιέργειά της καταγράφεται σε παπύρους που χρονολογούνται περίπου στο 1550 π.Χ. Στην εβραϊκή παράδοση, η ελιά συμβόλιζε την ειρήνη, ενώ το λάδι της εθεωρείτο ιερό και χρησιμοποιού-νταν για τη στέψη των βασιλέων τους (κεχρισμένοι). Επιπλέον, οι καρποί της περιλαμβάνονταν στα αγαθά που ο Θεός είχε υποσχεθεί στον λαό του Ισραήλ όταν αυτός θα έφτανε στη Γη Χαναάν, τη Γη της Επαγγελίας, πολλές δεκαετίες πριν από το 1550 π.Χ.. Την αφθονία της στην Ασσυρία αναφέρει ο Ηρόδοτος στο πρώτο βιβλίο του. Ο Θεόφρα-στος περιγράφει λεπτομερώς τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της ελιάς: τα στενά φύλλα με διαφοροποί-ηση άνω και κάτω επιφάνειας, το μικρό και «αφανές» άνθος, και τον σαρκώδη καρπό με σκληρό πυρήνα. Τονίζει την ικανότητα αναγέννησης του δέντρου ακόμη και μετά από καταστροφή, την προσαρμοστικό-τητα σε διαφορετικά περιβάλλοντα, καθώς και τις φυσικές ιδιότητες του ξύλου, το οποίο είναι πυκνό και ανθεκτικό. Ο Πλίνιος μάλιστα, αναφέρει ότι η ελιά μπορεί να ζήσει έως και διακόσια χρόνια, στοιχείο που ενισχύει τον συμβολισμό της σταθερότητας. Ο Βιτρούβιος αναφέρει ότι το ξύλο της ελιάς, λόγω αυτής της ανθεκτικότητάς του, χρησιμοποιούνταν σε θεμέλια και δομικά στοιχεία. Αυτό το γεγονός επιβεβαιώ-νεται και από τον Όμηρο ο οποίος περιγράφει πως το συζυγικό κρεβάτι του Οδυσσέα και της Πηνελόπης ήταν κατασκευασμένο γύρω από τον κορμό μιας ζωντανής ελιάς! Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην καλ-λιέργεια της ελιάς ως σημαντική οικονομική δραστηριότητα, ενώ ο Βάρρων περιγράφει τεχνικές φύτευ-σης, πολλαπλασιασμού και επεξεργασίας! Επιπλέον, σύμφωνα με τον Κικέρωνα, η μυθολογική παράδο-ση αποδίδει στον Αρισταίο, γιο του Απόλλωνα την ανακάλυψη της παραγωγής ελαιολάδου και χρησιμο-ποιεί το παράδειγμα του Θαλή του Μιλήσιου ο οποίος εξασφάλισε οικονομικό κέρδος προβλέποντας την παραγωγή ελαιολάδου, για να δείξει τη σύνδεση της γνώσης με την οικονομική εκμετάλλευση της φύσης. Μάλιστα, ο Σόλων, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, είχε ρυθμίσει νομοθετικά και τον τρόπο με τον οποίο θα φυτεύονται οι ελιές στους ελαιώνες ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη απόδοση. Επίσης απαγόρευε να κό-βονται περισσότερα από δύο δένδρα τον χρόνο σε κάθε ελαιώνα. Η ελιά κατείχε κεντρική θέση στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, τόσο στη θρησκεία όσο και στην καθημερινή ζωή. Στη μυθολογία, παρουσιάζεται ως δώ-ρο της Αθηνάς προς την πόλη της Αθήνας, ένα σύμβολο σοφίας, ειρήνης και ευημερίας. Σύμφωνα με τον μύθο, τον οποίο παραθέτει ο Πλούταρχος, η Αθηνά φύτεψε την πρώτη ελιά στην Ακρόπολη, κερδίζοντας τον Ποσειδώνα στη μεταξύ τους διαμάχη για την κυριαρχία και την προστασία της πόλεως των Αθηνών. Η ελιά αυτή εθεωρείτο ως η πρώτη στην Αθήνα και, σύμφωνα με την παράδοση, οι υπόλοιπες ιερές ελιές της πόλης προέρχονταν από μοσχεύματα της ιερής ελιάς της Ακρόπολης (Ηρόδοτος, Κικέρων). Κατά την Περ-σική εισβολή, το 480 π.Χ., η ιερή ελιά της Ακρόπολης έπιασε φωτιά, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, αλλά φύ-τρωσε ξανά από τον κορμό της, γεγονός που θεωρήθηκε θαυματουργικό. Ακόμη και τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Παυσανίας αναφέρει ότι είδε την ίδια ιερή ελιά στην Ακρόπολη. Για αυτή την «αθάνατη» ελιά στην Ακρό-πολη, κάνει μνεία και η Κρέουσα στην τραγωδία “Ίων” του Ευριπίδη, και ο χορός στις “Τρωάδες”. Ο Σο-φοκλής δια στόματος της Αντιγόνης, αναφέρεται στην ιερότητα της πόλης των Αθηνών αφού «δάφνες, ε-λιές και αμπέλια φυτρώνουν πυκνά». Οι ιερές ελιές ονομάζονταν “μορίαι” και θεωρούνταν απόλυτα προ-στατευόμενα δέντρα. Η ονομασία “μορίαι” προέρχεται πιθανότατα από τη λέξη μόριο, δηλαδή τμήμα, υ-πονοώντας ότι οι ελιές της Αττικής ήταν μοσχεύματα της ιεράς ελιάς της Ακρόπολης. Η πρώτη μορία λοι-πόν ήταν αυτή της Ακρόπολης, ενώ στις άλλες μορίες περιλαμβάνονταν και οι δώδεκα ελιές της Ακαδημίας και εκείνες γύρω από τους ναούς της Αθήνας. Η κοπή μιας ιερής ελιάς ήταν αρχικά θανατηφόρα πράξη, ενώ αργότερα η ποινή μετατράπηκε σε εξορία και δήμευση περιουσίας. Οι καλλιεργητές που είχαν στο κτήμα τους μορίες όφειλαν ετήσιο φόρο σε λάδι, δείχνοντας τη σημασία της ελιάς στην οικονομία της πό-λης. Ο Σοφοκλής χρησιμοποιεί τον όρο “παιδοτροφό”, υπονοώντας ότι από αυτήν προήλθαν τα υπόλοιπα δέντρα, επιβεβαιώνοντας τη διάδοση της καλλιεργήσιμης ποικιλίας μέσω ανθρώπινης παρέμβασης. Η ελιά αποτέλεσε επίσης σύμβολο νίκης και δόξας. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι πολίτες και ευεργέτες τιμούνταν με στεφάνια ή κλαδιά ελιάς, ενώ στεφάνια απονέμονταν τόσο σε στρατιωτικούς όσο και σε αθλητικούς αγώνες. Ο κότινος, στεφάνι από κλαδί αγριελιάς, που την ονόμαζαν “καλλιστέφανο”, όπως σημειώνει ο Πίνδαρος ήταν το έπαθλο των Ολυμπιακών και των Ηραίων Αγώνων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η καλλι-στέφανος ελιά ήταν η πρώτη ελιά που μεταφυτεύτηκε στην Ολυμπία από τον Ηρακλή. Στα Παναθήναια, οι νικητές έπαιρναν αμφορείς με λάδι από τις ιερές αθηναϊκές ελιές, το οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ή να εμπορευτούν. Η ελιά, συνδέθηκε επίσης με τη μυθολογία εκτός Αθήνας. Ο βασιλιάς Άνιος της Δήλου είχε κόρες, τις Οινώ, Σπερμώ και Ελαΐδα, που μπορούσαν με θεϊκή δύναμη να μετατρέπουν οποιοδήποτε αγαθό σε κρασί, σιτηρά ή λάδι αντίστοιχα. Η κόρη Ελαΐς, όπως αναφέρει ο Οβίδιος, συνδέεται με την πα-ραγωγή λαδιού, δείχνοντας τη σημασία του προϊόντος στη μυθολογία και στην οικονομία.

Η ελιά χρησιμοποιήθηκε και σε θεσμούς πολιτικού ελέγχου. Στις Συρακούσες, κατά τον Διόδωρο Σικελιώ-τη, υπήρχε ο θεσμός του “πεταλισμού”, όπου τα φύλλα ελιάς χρησιμοποιούνταν αντί για όστρακα για την εξορία ατόμων με υπερβολική πολιτική δύναμη. Στην Αθήνα, τον 4ο αιώνα π.Χ., όπως μας διασώζει ο Αι-σχίνης, η “εκφυλλοφορία” ήταν ανάλογος θεσμός, όπου φύλλα ελιάς χρησίμευαν για την αποπομπή άδικων μελών της Βουλής.

Τέλος, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ο Ιησούς σύχναζε στο Όρος των Ελαιών, ανατολικά της Ιε-ρουσαλήμ. Στους πρόποδες του βουνού βρίσκεται ο Κήπος της Γεσθημανή, ο χώρος της προσευχής και της σύλληψής Του. Το όνομα της τοποθεσίας σημαίνει ελαιοτριβείο, γεγονός που μαρτυρά την ύπαρξη πιεστηρίων για τη σύνθλιψη του καρπού της ελιάς στην περιοχή κατά την αρχαιότητα!

Πολλά ελαιόδεντρα στην Ελλάδα, όπως η ελιά της Όρσα στη Σαλαμίνα, των Βουβών στην Κρήτη και της Κρανιάς στην Κεφαλονιά, επιβιώνουν για περισσότερο από χίλια χρόνια. Ανάμεσά τους ξεχώριζε η “Ελιά του Πλάτωνα” στην Ακαδημία, η οποία, παρά την απουσία ιστορικών μαρτυριών, ταυτίστηκε στη συνείδη-ση του κόσμου με τον Αθηναίο φιλόσοφο. Αν και ο τεράστιος κορμός της, περιμέτρου έξι μέτρων, υπέστη σοβαρές ζημιές από λεωφορείο το 1976, το ιστορικό αυτό κειμήλιο διασώζεται σήμερα σε ειδική προθήκη στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

O Όμηρος περιγράφει τη χρήση ελαιολάδου από τον Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων, για καθαριότητα και αναζωογόνηση μετά από την περιπλάνηση! Ο Αθήναιος παρατηρεί επίσης τη διαφοροποίηση ανάλογα με τον τύπο της ελιάς: οι πράσινες, οι μαύρες, οι κατεργασμένες, ακόμη και οι «κολυμβάδες», είχαν δια-φορετική γαστρονομική και φαρμακευτική αξία, με επιδράσεις στην πέψη, στην αίσθηση βάρους στο κε-φάλι ή στην καταπράυνση του εντέρου! Ο Πλούταρχος σημειώνει ότι απλές τροφές όπως ψωμί με ελιές αποτελούσαν επαρκή τροφή και ότι μικρή ποσότητα ελιάς μπορούσε να επαναφέρει την όρεξη σε ασθε-νείς. Στις διασωθείσες εργασίες του Ιπποκράτη αναφέρονται περισσότερες από 60 φαρμακευτικές και ια-τρικές χρήσεις του ελαιόλαδου!

Ο Διοσκουρίδης, ξεχωρίζει την άγρια από την ήμερη ελιά. Η αγριελιά, την οποία μερικοί ονομάζουν “κό-τινο” και άλλοι “αιθιοπική ελιά” θεωρείται από τον Διοσκουρίδη ως το πιο δραστικό και «δυνατό» φάρ-μακο της κατηγορίας. Τα φύλλα της έχουν έντονη στυπτική δράση, καθιστώντας τα ιδανικά για την αντι-μετώπιση δερματικών παθήσεων, όπως ο έρπης, οι μολυσματικοί άνθρακες και οι παρωνυχίδες. Ο χυμός της χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των ελκών του στόματος (άφθες) και των οφθαλμολογικών παθήσε-ων, ενώ η στάχτη των κλαδιών της για τη φροντίδα των ματιών. Επιπλέον, το λάδι της είναι εξαιρετικό για τον πονοκέφαλο, την τριχόπτωση και την καθυστέρηση του ασπρίσματος των μαλλιών.

Από την άλλη πλευρά, η ήμερη ελιά διαθέτει παραπλήσιες θεραπευτικές ιδιότητες με την αγριελιά, αλλά χαρακτηρίζεται από μια ηπιότερη δύναμη, γεγονός που την καθιστά προτιμότερη για ευαίσθητες περιοχές, όπως τα μάτια. Το υγρό που εκκρίνεται από το χλωρό ξύλο της όταν αυτό καίγεται, θεωρείται αποτελε-σματικό κατά της ψώρας, της πιτυρίδας και των λειχήνων. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η χρήση του καρ-πού της ως κατάπλασμα για δερματικές τομές, αλλά και η εφαρμογή του εσωτερικού του πυρήνα (κου-κουτσιού), ο οποίος, αναμεμειγμένος με λίπος και αλεύρι, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία και την απο-βολή των προσβεβλημένων νυχιών. Σήμερα, όλα τα μέρη του δέντρου, καρπός, φύλλα, σπέρματα και έ-λαιο, αξιοποιούνται παραδοσιακά στη διατροφή και τη λαϊκή ιατρική. Ο καρπός και ιδιαίτερα το ελαιό-λαδο αποτελούν θεμέλιο της Μεσογειακής διατροφής, πλούσιας σε φαινολικές ενώσεις (όπως ολεοευρω-παΐνη, υδροξυτυροσόλη) με ισχυρή αντιοξειδωτική, αντιφλεγμονώδη, αντιμικροβιακή και καρδιοπροστα-τευτική δράση. Στην παραδοσιακή ιατρική, τα εκχυλίσματα φύλλων χρησιμοποιούνται για τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα, την αντιμετώπιση λοιμώξεων και την ενίσχυση της άμυνας του οργανισμού, ενώ σύγχρονες φαρμακολογικές μελέτες επιβεβαιώνουν αντιδιαβητικές, αντικαρκινικές και ανοσορρυθμιστι-κές ιδιότητες. Το ελαιόλαδο χρησιμοποιείται επίσης στην κοσμετολογία και στη δερματολογία για την προστασία από το οξειδωτικό στρες, ενώ τα παραπροϊόντα (πυρηνόξυλο, φύλλα) αξιοποιούνται ως λει-τουργικά τρόφιμα ή συμπληρώματα ή ακόμη και σε πρακτικές κυκλικής οικονομίας.

(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).

  • https://powo.science.kew.org/taxon/urn:lsid:ipni.org:names:610675-1
  • https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%B9%CE%AC
  • Al-Snafi, A. E. (2023). The nutritional and therapeutic importance of Olea europaea—A review. TMR Integrative Medicine, 7, Article e23030. https://doi.org/10.53388/TMRIM202307030
  • Bonfils, F. (1870–1889). 186 Olivier du jardin de Gethsémanie Jérusalem [Photograph]. Palestine and Syria Collection, Dorot Jewish Division, The New York Public Library, New York, NY, United States.
  • Cicero, “De natura deorum” 3.45, 3.87
    Cicero,“De divination”, 1.111
    Cicero,“De legibus”, 1.2
  • Dimopoulos, P., Raus, T., Bergmeier, E., Constantinidis, T., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist. Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. https://doi.org/10.3372/en.31
  • Eichberger, C., Sigl, M., & Rühfel, H. (2007). Trees and shrubs on classical Greek vases. Bocconea, 21, 117–130.
  • Elhrech, H., Aguerd, O., El Kourchi, C., Gallo, M., Naviglio, D., Chamkhi, I., & Bouyahya, A. (2024). Comprehensive review of Olea europaea: A holistic exploration into its botanical marvels, phytochemical riches, therapeutic potentials, and safety profile. Biomolecules, 14(6), 722. https://doi.org/10.3390/biom14060722
  • Hashmi, M. A., Khan, A., Hanif, M., Farooq, U., & Perveen, S. (2015). Traditional uses, phytochemistry, and pharmacology of Olea europaea (Olive). Evidence-Based Complementary and Alternative Medicine, 2015, Article 541591. https://doi.org/10.1155/2015/541591
  • Martialis‎‎, “Epigrammata”, 7.31
  • Michaux, F. A., Nuttall, T., & Smith, J. J. (1865). The North American sylva; or, A description of the forest trees of the United States, Canada and Nova Scotia. Rice, Rutter & Co.
  • Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 12.3, 15.5, 16.90
  • Varro, “Rerum rusticarum libri”, 1.4.1, 1.7.1, 1.40.1, 1.55.5, 1.60.1, 1.66.1
  • Virgilius, “Aeneis”, 5.286, 5.485, 7.148, 8.102, 11.100
    Virgilius, “Georgica”, 2.9
  • Vitruvius, “De architectura”, 1.5.3, 3.4.2, 7.3.1
  • Wilson N.G. “Encyclopedia of Ancient Greece”, p. 512-514
  • Αθήναιος, “Δειπνοσοφισταί”, 1.44, 2.47, 2.56, 2.77, 4.7, 4.10, 7.28, 7.102, 12.60, 14.52, 14.59, 14.68
  • Αριστοτέλης, “Πολιτικά”, 1259a
  • Ευριπίδης, “Ἴων”, 1430
  • Ευριπίδης, “Ίων, στ.1430
  • Ευριπίδης, “Τρωάδες”, στ.799
  • Ηρόδοτος, “Ιστορίαι”, βιβλίο Α′, Κλειώ, 193 και βιβλίο Η′ “Ουρανία”, στ. 55
  • Θεόφραστος, “Περὶ φυτῶν ἱστορίαι”, 1.9.2, 1.10.1, 1.10.3, 1.11.1, 1.11.3, 1.13.1, 2.1.3, 2.3.2, 2.5.8, 4.4.8, 4.13.3, 4.14.8, 4.16.1, 5.3.5, 5.3.10, 5.4.4, 5.7.7
  • Μπάουμαν, Έ. (1993). Η ελληνική χλωρίδα στο μύθο, στη τέχνη, στη λογοτεχνία (Π. Μπρουσάλης, Μετάφρ.; Β΄ έκδ.). Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσεως. (Πρωτότυπη εργασία δημοσιεύτηκε 1982)
  • Ξενοφών, Ἀνάβασις, 7.1.37
  • Οβίδιος, Metamorphoses, 6.70, 6.83, 7.251, 7.501, 8.262, 11.266
    Οβίδιος, Tristia, 4.10.93
  • Όμηρος, Ὀδύσσεια”, 6.215, 9.320, 23.190
  • Παυσανίας, “Ἑλλάδος Περιήγησις”, 5.15.3, 22.2
  • Πίνδαρος, “Ὀλυμπιόνικοι”, 3.1
  • Πλούταρχος, “Βίοι παράλληλοι”, κεφ. 23, 6
  • Πλούταρχος, “Ἠθικά – Περὶ εὐθυμίας, 3
    Πλούταρχος, “Ἠθικά- Πολιτικὰ παραγγέλματα, 820c
    Πλούταρχος, “Συμποσιακά”, 648b, 687b, 703b, 735c
    Πλούταρχος, “Σόλων”, 12.6, 23.6
    Πλούταρχος, “Θησεύς”, 22.5
    Πλούταρχος, “Θεμιστοκλῆς’, 17.1, 19.3
    Πλούταρχος, “Ἀλκιβιάδης”, 11.1
  • Σοφοκλής, Οιδίπους επι Κολωνώ, στ. 25 και 704
  • Σοφοκλής, “Οἰδίπους Τύραννος”, 1
    Χριστοδουλάκης, Ν. Σ., & Γαργεράκη, Κ. Ε. (2023). Ιστορίες φυτών με άρωμα Ελλάδας (Β΄ έκδ., βελτιωμένη). Broken Hill Publishers Ltd.,  ISBN 9789925351053

Στην Τέχνη

Η ελιά εμφανίζεται σταθερά σε έργα τέχνης από την αρχαιότητα. Στην Αίγυπτο, τοιχογραφίες κλάδων ελιάς απεικονίζονται ως προσφορές στους τοίχους του ναού του Ατόν. Έχει αποτυπωθεί σε αμφορείς, σε αρχαία νομίσματα, ακόμη και σε στεφάνια σε πορτρέτα Φαγιούμ. Ο Ολλανδός ζωγράφος Βίνσεντ βαν Γκογκ δημιούργησε πίνακες με θέμα την ελιά, ενώ ο ποιητής Κωστής Παλαμάς ύμνησε την ελιά στο ομώνυμο ποίημά του. Μοτίβα με κλαδί ελιάς εμφανίζονται συχνά επίσης για την διακόσμηση αντικειμένων σε πολλές Μεσογειακές χώρες.