Χαρακτηρίζεται ως “Φανερόφυτο (P)” και το ενδιαίτημά του είναι “Δασικές εκτάσεις και θαμνώνες (W)”. Εμφανίζεται συνήθως σε δάση χαλεπίου πεύκης και μακκία βλάστηση, σε ασβεστόλιθους και δολομίτες.
(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)
Αείφυλλο δέντρο με 15-30 m ύψος, διάμετρο κορμού έως 1m με σχετικά λείο έως σχισμένο κοκκινωπό φλοιό. Ανοιχτή κόμη. Λεπτές βελόνες κιτρινοπράσινου χρώματος, μήκους έως 15 cm. Αναπτύσσονται ανά δύο, σε βραχυκλάδια.
(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)
Αναπαράγεται υποχρεωτικά μέσω των σπερμάτων του καθώς δε διαθέτει ικανότητα αναβλάστησης. Οι κώνοι είναι στενοί, μήκους 5 ως 11cm, λείοι και πράσινοι αρχικά, και γίνονται καφε-κόκκινοι με την ωρίμαση, περίπου έως δύο χρόνια αργότερα. Ανοίγουν σταδιακά και ειδικά μετά από έκθεση σε θερμότητα, για την απελευθέρωση των σπερμάτων, τα οποία μεταφέρονται με τον άνεμο λόγω των πτερυγίων που διαθέτουν. Η φύτρωση των σπερμάτων πραγματοποιείται από Οκτώβριο έως Δεκέμβριο.
Πρόκειται για ένα από τα πρώτα είδη που εμφανίζονται μετά από πυρκαγιά, καθώς οι κώνοι, εάν δεν καούν πλήρως, ανοίγουν με τις υψηλές θερμοκρασίες και διασπείρουν τα σπέρματά τους σε μεγάλη απόσταση.
Το Pinus halepensis παρουσιάζει εκτεταμένη αλλά ασυνεχή κατανομή στη Μεσόγειο. Γεωγραφικά, εξαπλώνεται από την Ιβηρική Χερσόνησο και το Μαρόκο έως την Ιορδανία, με βόρειο όριο τη νότια Γαλλία. Στις νοτιότερες περιοχές της εξάπλωσης, όπως στο Ισραήλ, το είδος εμφανίζεται πλέον μόνο σε υπολειμματικούς πληθυσμούς. Η σημερινή γεωγραφική διαφοροποίηση του είδους θεωρείται αποτέλεσμα τόσο φυσικών μετακινήσεων πληθυσμών όσο και ανθρώπινης επίδρασης. Μελέτες μορφολογικών, γενετικών και χημικών χαρακτηριστικών έχουν δείξει ότι οι πληθυσμοί του διακρίνονται σε γεωγραφικές ομάδες, κυρίως της δυτικής Μεσογείου, της ανατολικής Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής. Παρά τη μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση, η γενετική διαφοροποίηση μεταξύ των πληθυσμών είναι σχετικά περιορισμένη, γεγονός που υποδηλώνει ιστορικές μετακινήσεις και πιθανή ανθρώπινη διασπορά του είδους στη Μεσογειακή λεκάνη.
Το πεύκο, ήταν γνωστό από την αρχαία Ελλάδα ως “πίτυς” (πετάννυμι, πίτ-νω=απλώνω, εκτείνω). Ο Θεόφραστος κάνει ιδιαίτερη μνεία και ξεχωρίζει τη χαλέπιο πεύκη από τα άλλα είδη. Σημειώνει πως η χαλέπιος πεύκη κατατάσσεται στα δέντρα με ξυλώδη πυρήνα και στα κωνοφόρα που αναπτύσσονται κυρίως από σπέρματα. Διακρίνεται για τα σκληρά, λεπτά φύλλα και για την παραγωγή ρητίνης, η οποία κυρίως χρησιμοποιείται ως πίσσα. Η ρητίνη συλλέγεται μέσω χαράγματος του ξύλου και εξαρτάται από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η υγρασία, η σκιά και οι καιρικές συνθήκες. Αναφέρει επίσης ότι το δέντρο παρουσιάζει πρώιμη έκπτυξη οφθαλμών σε σχέση με άλλα κωνοφόρα και ότι σχηματίζει τους λεγόμενους “χειμερινούς οφθαλμούς”, ενώ καρποφορεί μετά τη δύση των Πλειάδων (περ. Νοέμβριος). Οι αρχαίοι κάτοικοι της Ίδης και της Μακεδονίας διέκριναν τα είδη της πεύκης με βάση τη μορφολογία και τις ιδιότητες των υλικών τους, ταυτίζοντας το ευθυτενές και στιβαρό μαύρη πεύκη με το «θηλυκό» και τη χαμηλότερη και με σκληρότερα φύλλα, χαλέπιο πεύκη με το «αρσενικό». Η εμπειρική γνώση στην αρχαία Ελλάδα, επικεντρώνονταν κυρίως στην ποιότητα της πίσσας και της ξυλείας, παρατηρώντας ότι η μαύρη πεύκη, αν και πλουσιότερη σε ρητινώδες ξύλο (δαδί) και εύοσμη, λεπτόρρευστη πίσσα, ήταν λιγότερο συμπαγής, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς σε υγρασία. Αντιθέτως, η χαλέπιος πεύκη απέδιδε μια πιο παχύρρευστη και σταθερή ουσία που άντεχε στην επεξεργασία, αν και το ξύλο της ήταν σκληρό. Αυτή η διαφορά στη συμπεριφορά των υλικών καθόριζε και τη χρήση τους, καθώς το μαλακότερο και σταθερό ξύλο του «θηλυκού» είδους θεωρούνταν ανώτερο για λεπτές ξυλουργικές εργασίες, ενώ η απόδοση της ρητίνης επηρεαζόταν καθοριστικά από το περιβάλλον, με τα σκιερά και υγρά μέρη να ευνοούν την παραγωγή πιο ρευστής πίσσας. Πράγματι, το ξύλο της χαλεπίου πεύκης χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή ελαφρών τμημάτων τριηρών, σε οικοδομικές εργασίες και στην κατασκευή μεγάλων ξύλινων εργαλείων, αν και είχε το μειονέκτημα ότι σαπίζει σχετικά γρήγορα.
Η ρητίνη της χαλεπίου πεύκης δεν είχε μόνο πρακτική και οικονομική σημασία στην αρχαιότητα, αλλά απέκτησε και έναν έντονο συμβολικό χαρακτήρα μέσα από τη λογοτεχνία και τη μυθολογική παράδοση. Ο ποιητής των ελληνιστικών χρόνων Νίκανδρος, χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα εικόνα για να περιγράψει τη ρητίνη: την παρομοιάζει με “δάκρυα του πεύκου”. Η εικόνα αυτή συνδέεται με τον μύθο του σατύρου Μαρσύα, ο οποίος τόλμησε να ανταγωνιστεί στη μουσική τον θεό Απόλλωνα. Μετά την ήττα του, ο Απόλλωνας τον τιμώρησε σκληρά, γδέρνοντάς τον ζωντανό. Σύμφωνα με την ποιητική σύλληψη του Νικάνδρου, η χαλέπιος πεύκη “θρηνεί”. Το τραγικό αυτό γεγονός, και η ρητίνη που στάζει από τον κορμό του παρουσιάζεται ως τα δάκρυα του δέντρου.
Γενικά περί πεύκου (ανεξαρτήτως είδους)…
Ο Πλίνιος παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του πεύκου, σημειώνοντας ότι τα φύλλα του είναι λεπτά και επιμήκη, σχεδόν σαν τρίχες, χωρίς να ξεχωρίζει τα είδη.
Ήταν το αγαπημένο δένδρο της Ρέας επειδή συμβόλιζε έναν σύνδεσμο μεταξύ ουράνιου και επίγειου κόσμου. Η Πίτυς αναφέρεται ως Ορειάδα Νύμφη, την οποία ερωτεύτηκαν τόσο ο θεός Πάνας όσο και ο θεός Βορέας (θεός του βορείου ανέμου). Όπως αφηγείται ό Νόννος ο Πανοπολίτης, ο Βορέας την κυνήγησε για να την πάρει από τον Πάνα, η Πίτυς αντιστάθηκε και την γκρέμισε από έναν βράχο. Τότε εμφανίστηκε ο Πάνας που τη μεταμόρφωσε σε ένα στιβαρό δένδρο. Πλέον, όταν φυσάει βοριάς, η Πίτυς ενθυμούμενη τον πόνο του της προκάλεσε ο Βορέας, «κλαίει» με δάκρυα ήλεκτρου. Είναι ένα πολύ διαδεδομένο φυτό, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Μάλιστα, ο Στράβων αποκαλεί τη νήσο Χίο “Πιτυοῦσσα” λόγω της πληθώρας των πεύκων που κάλυπταν το βόρειο τμήμα της, ενώ επίσης ονομάζονταν έτσι η Λάμψακος, η Χίος και η Σαλαμίνα. Με τον όρο Πιτυοῦσσαι αναφέρει επίσης τα νησιά Ίμπιζα και Φορμεντέρα της Ισπανίας. Η περιοχή των Ισθμίων Κορινθίας ήταν ξακουστή σε όλη την επικράτεια για τα δένδρα της πεύκης, και μάλιστα, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος η “Ισθμική πίτυς” ήταν περίφημη για την κατασκευή των τριηρών. Προσθέτει ότι η ρητίνη του πεύκου παρείχε απόλυτη στεγανοποίηση στο σκάφος κατά τον πλουν και για τον λόγο αυτό το πεύκο ήταν αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Στην περιοχή των Ισθμίων, διεξάγονταν οι πανελλήνιοι αγώνες, γνωστοί ως Ίσθμια, προς τιμήν του θεού Ποσειδώνος και συνεπώς, το έπαθλο για τους νικητές ήταν ένα στεφάνι (ή κλαδί) από πεύκο. Ο Παυσανίας, περιγράφει πως στην περιοχή αυτή τα πεύκα φτάνουν μέχρι τον αιγιαλό και παραθέτει μια ιστορία που ακουγόταν κατά παράδοση: στην ίδια περιοχή, αυτήν του Ισθμού, ζούσε ο ληστής Σίνις, ο επονομαζόμενος ως “Πιτυοκάμπτης”. Ο Σίνις όσους διαβάτες κατάφερνε να αιχμαλωτίσει τους έδενε σε δυο αντικριστά κλαδιά ενός πεύκου, τα οποία είχε λυγίσει προς τα κάτω. Όταν τα ελευθέρωνε, το σώμα του αιχμαλώτου διαμελιζόταν. Τον ληστή αυτόν εξόντωσε ο Θησέας, με τρόπο ίδιο με εκείνον που ο Σίνις εξόντωνε τα θύματά του (στο πεύκο εκείνο το οποίο συνάντησε και ο Παυσανίας!).
Στην τραγωδία “Μήδεια” του Ευριπίδη, η τροφός της, μονολογώντας έξω από το παλάτι της Κορίνθου, αναπολεί με απόγνωση τη στιγμή που η ξυλεία πεύκης του Πηλίου μετατράπηκε σε ναυπηγήσιμο υλικό. Εκφράζει την ευχή «να μην είχαν κοπεί ποτέ τα πεύκα στα δάση του Πηλίου για να γίνουν κουπιά στα χέρια των Αργοναυτών», καθώς αυτή η χρήση του ξύλου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της τραγωδίας· αν η Αργώ δεν είχε κατασκευαστεί, η Μήδεια δεν θα είχε εγκαταλείψει ποτέ την πατρίδα της, κυριευμένη από τον παράφορο έρωτά της για τον Ιάσονα και θα σκότωνε τα παιδιά της. Στην πεύκη του Πηλίου με την οποία κατασκευάστηκαν οι τριήρεις της Αργοναυτικής εκστρατεία αναφέρεται και ο Απολλόδωρος. Μάλιστα, οι Κένταυροι που ζούσαν στο Πήλιο, επιτίθενται στον Ηρακλή με ολόκληρα πεύκα που έχουν ξεριζώσει από τη γη και τα ρίχνουν ως όπλα εναντίον του (Διόδωρος).Έξω από τον ελλαδικό χώρο, η πίτυς ήταν επίσης ευρέως διαδεδομένη. Όπως αφηγείται ο Οδυσσέας στον βασιλιά Αλκίνοο, η αυλή της σπηλιάς του Κύκλωπα Πολύφημου (τοποθετείται πιθανώς στη σημερινή περιοχή της ΒΑ Σικελίας) ήταν γεμάτη δρύες και πεύκα.
Όμως, η πίτυς ήταν και ιερό δένδρο, σύμβολο και του Διονύσου, όπως αναφέρει ο Πλάτων. Μάλιστα στην κορυφή του θύρσου, που ήταν το ραβδί των Μαινάδων του Διονύσου και χρησιμοποιούνταν στα Διονυσιακά μυστήρια, υπήρχε ως έμβλημα το κουκουνάρι της πεύκης. Ο Πλούταρχος παραθέτει ότι ο οίνος, του οποίου προστάτης ήταν ο Διόνυσος, αν προερχόταν από «πιτυώδη χωρία» ήταν ιδιαιτέρως «ἡδύοινος» και μάλιστα «ὁ πισσίτης οἶνος» έχαιρε μεγάλης εκτίμησης των Ρωμαίων, ενώ στην περιοχή της Εύβοιας και της περιοχής του Πάδου, περιγράφεται η προσθήκη ρητίνης ως άρτυμα του οίνου. Ο στωικός φιλόσοφος Κορνούτος περιγράφει ότι ο θεός Πάνας στεφανωνόταν με πεύκο, επειδή ζούσε σε σπηλιές και βουνά και από τότε το πεύκο συνδέεται με τις θεότητες των βουνών και των δασών. Όμως, ένας από τους γνωστούς επίσης μύθους είναι η σύνδεση του πεύκου με τον Άττι, σύμφωνα με τον Οβίδιο. Ο Άττις ήταν ένας εξαιρετικά όμορφος νέος από τη Φρυγία, τον οποίο η Μεγάλη Μητέρα Θεά (Magna Mater) Κυβέλη ερωτεύτηκε και επέλεξε ως πιστό ακόλουθό της, επιβάλλοντάς του τον όρο της αιώνιας αγνότητας. Όταν όμως ο Άττις παραβίασε τον όρκο του και επιδίωξε να παντρευτεί μια νύμφη, η Κυβέλη, κυριευμένη από οργή, τον οδήγησε σε θεϊκή μανία κι αυτοτραυματίστηκε κάτω από ένα πεύκο. Μετά τον θάνατό του, η Κυβέλη θεώρησε το πεύκο ιερό, ως ένα μνημείο του Άττεως, ενώ η αειφυλλία του δένδρου αποτελεί σύμβολο της αιωνιότητας και της αθανασίας του αγαπημένου της. Μάλιστα, το γεγονός αυτό συνδέεται με τους “Ειδούς του Μαρτίου”. Κατά την ύστερη αυτοκρατορική περίοδο, οι Ειδοί αποτελούσαν την έναρξη μιας «ιεράς εβδομάδας» εορτών προς τιμήν της Κυβέλης και του Άττεως. Στις 22 Μαρτίου, η επίσημη τελετή του “Arbor intrat – Το Δέντρο εισέρχεται”, τιμούσε τον θάνατο του Άττεως κάτω από ένα πεύκο. Ένα ιερατικό σώμα, οι “δενδροφόροι”, έκοβαν κάθε χρόνο ένα δέντρο/πεύκο, κρεμούσαν από αυτό ένα ομοίωμα του Άττεως και το μετέφεραν στον ναό της Μεγάλης Μητέρας με θρηνωδίες.
Οι ρητίνες του (υγρές και ξηρές), όπως η ονομαστή «κολοφώνιος ῥητίνη», από την περιοχή της Κολοφώνος της Μ. Ασίας, χρησίμευαν στην παρασκευή σιροπιών για χρόνιες πνευμονικές παθήσεις, ενώ η υγρή πίσσα αναδεικνύεται σε “πολυφάρμακο” της εποχής: χρησιμοποιούνταν ως αντίδοτο σε δηλητήρια, ως αντιφλεγμονώδες για τον λαιμό και τα αυτιά, αλλά και ως ισχυρό αντισηπτικό για την αντιμετώπιση δαγκωμάτων από ερπετά, έλκη, δερματικούς έρπητες και μολύνσεις.
Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη, το εμπορικό δίκτυο της ρητίνης εκτεινόταν σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο, με πολύτιμες ποικιλίες να μεταφέρονται από τη Γαλλία, την Τοσκάνη, την Κολοφώνα και τη Γαλατία των Άλπεων, ενώ οι πλέον εκλεκτές ξηρές ρητίνες εισάγονταν από τις Πιτυούσες νήσους (Ibiza και Formentera). Πέρα από τις ελαφρές κατασκευές, το ξύλο του πεύκου αξιοποιούνταν ευρέως για την κατασκευή πυρσών και τη φωταγώγηση, καθώς και σε στρατιωτικές εφαρμογές, όπως η χρήση εμπρηστικών υλικών κατά τη διάρκεια πολιορκιών. Αξιοσημείωτο είναι ότι η πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης, τον Δεκέμβριο του 1834, πραγματοποιήθηκε με τη χρήση δαδιών από πεύκο!
Σήμερα, η ρητίνη (ρετσίνι) που παράγει συλλέγεται για την παρασκευή της ρετσίνας, ενώ σε ορισμένες χώρες το ξύλο του αξιοποιείται. Αποτελεί σημαντικό είδος για τη μελισσοκομία. Χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή ξυλείας και ρητίνης, ενώ έχει ευρέως αξιοποιηθεί σε αναδασώσεις και προγράμματα προστασίας του εδάφους, λόγω της ικανότητάς του να αναπτύσσεται σε φτωχά, ξηρά και ασβεστολιθικά εδάφη και της υψηλής ανθεκτικότητάς του στην ξηρασία. Το είδος συμβάλλει σημαντικά στην προστασία από τη διάβρωση και στη σταθεροποίηση των εδαφών, ιδιαίτερα σε υποβαθμισμένες ή πυρόπληκτες περιοχές. Παράλληλα, οι βελόνες και η ρητίνη του περιέχουν διάφορες δευτερογενείς μεταβολίτες, όπως φλαβονοειδή, τερπένια και φαινολικές ενώσεις, που έχουν οικολογική σημασία και χρησιμοποιούνται σε φαρμακολογικές ή χημικές μελέτες. Επιπλέον, το είδος παρουσιάζει σημαντικό ρόλο στη μεσογειακή οικολογία των πυρκαγιών, καθώς αναγεννάται κυρίως από σπέρματα μετά από φωτιά, γεγονός που το καθιστά χαρακτηριστικό είδος των Μεσογειακών οικοσυστημάτων που επηρεάζονται από συχνές διαταραχές. Πράγματι, οι κώνοι του μπορεί να παραμένουν κλειστοί στο δέντρο και να ανοίγουν μετά από έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες, απελευθερώνοντας μεγάλες ποσότητες σπερμάτων στο μεταπυρικό περιβάλλον. Μετά τη φωτιά οι συνθήκες, όπως η μειωμένη ανταγωνιστικότητα της βλάστησης και η αυξημένη διαθεσιμότητα θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος, ευνοούν την εγκατάσταση των νεαρών φυτών. Επιπλέον, το είδος χαρακτηρίζεται από υψηλή παραγωγή κώνων, γρήγορη ανάπτυξη στα πρώτα στάδια ζωής και έντονη διασπορά σπόρων με τον άνεμο, ιδιότητες που συμβάλλουν στην ταχεία αποκατάσταση των πληθυσμών μετά από πυρκαγιά.
(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).
- https://powo.science.kew.org/taxon/urn:lsid:ipni.org:names:262982-1
- https://www.iucnredlist.org/species/42366/2975569
- Cornutus, “De natura deorum et religione Graecorum” 50
- Dimopoulos, P., Raus, Th., Bergmeier, E., Constantinidis, Th., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist. Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. https://doi.org/10.3372/en.31
- Diodorus “Bibliotheca Historica”, 4.12.5
- Dioscorides, “De materia medica”, LXXXVII, XCIV, XCII
- Dziri, S., & Hosni, K. (2012). Effects of cement dust on volatile oil constituents and antioxidative metabolism of Aleppo pine (Pinus halepensis) needles. Acta Physiologiae Plantarum, 34(5), 1669–1678. https://doi.org/10.1007/s11738-012-0962-6
- Ghazghazi, H., Riahi, L., Yangui, I., Messaoud, C., Rzigui, T., & Nasr, Z. (2022). Effect of drought stress on physio-biochemical traits and secondary metabolites production in the woody species Pinus halepensis Mill. at a juvenile development stage. Journal of Sustainable Forestry, 41(9), 878–894. https://doi.org/10.1080/10549811.2022.2048263
- Hevia, A., Campelo, F., Chambel, R., Sánchez-Salguero, R., Mutke, S., & Majada, J. (2020). Which matters more for wood traits in Pinus halepensis Mill., provenance or climate? Annals of Forest Science, 77(2), Article 55. https://doi.org/10.1007/s13595-020-00956-y
- Kaundun, S. S., Lebreton, P., & Fady, B. (1998). Geographical variability of Pinus halepensis Mill. as revealed by foliar flavonoids. Biochemical Systematics and Ecology, 26(1), 83–96. https://doi.org/10.1016/S0305-1978(97)00092-6
- Lancellotti, M. G. (2002). Attis, between myth and history: King, priest, and god. Brill.
- Mommsen, T. (Ed.). (1893). Inscriptiones Latinae antiquissimae ad C. Caesaris mortem: Fasti anni Iuliani (2nd ed., Vol. 1, Part 1, pp. 256–278). Georg Reimer. (Original work published 354).
- Ne’eman, G., Goubitz, S., & Nathan, R. (2004). Reproductive traits of Pinus halepensis in the light of fire – a critical review. Plant Ecology, 171(1/2), 69–79. https://doi.org/10.1023/B:VEGE.0000029380.04821.99
- Nonnus, “Dionnysiaca”, ii 108
- Ovid, “Fasti”, IV, 221-246
- Ovid, “Metamorphōsēs” 10.86
- Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 16.16.2, 23.74
- Ross, L. (1863). Erinnerungen und Mittheilungen aus Griechenland [Memories and communications from Greece]. Gaertner. (Original work published 1863).
- Thanos, C. A. (2000). Ecophysiology of seed germination in Pinus halepensis and P. brutia. In G. Ne’eman & L. Trabaud (Eds.), Ecology, biogeography and management of Pinus halepensis and P. brutia forest ecosystems in the Mediterranean Basin (pp. 37–50). Backhuys Publishers.
- Virgilius, “Georgica”, 2.420
- Αινείας ο Τακτικός “Πολιορκητικά (ή Περὶ τοῦ πῶς χρὴ πολιορκουμένους ἀντέχειν)”, 35
- Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη” 3.12.6
- Ευρυπίδης, “Βάκχαι”, 99-120
- Ευρυπίδης, “Μήδεια”, 1-10
- Θεόφραστος, “Περί φυτών ιστορίαι”, 1.6.1, 1.10.3, 1.12.1, 2.2.2, 3.1.3, 3.3.7, 3.4.2, 3.5.6, 3.6.1, 3.9.2, 3.11.1, 3.17.1, 4.14.7, 4.16.1, 5.7.3, 5.7.5, 5.7.7, 9.1.2, 9.2.1, 9.2.5.
- Μπάουμαν, Έ. (1993). Η ελληνική χλωρίδα στο μύθο, στη τέχνη, στη λογοτεχνία (Π. Μπρουσάλης, Μετάφρ.; Β΄ έκδ.). Αθήνα: Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσεως. ISBN 9780008423506.
- Μπούσε Μ. &. Μπούσε Β. (2011). Ανέκδοτες επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της, 1836-1853 (2 τόμοι). Εστία.
- Νίκανδρος, “Αλεξιφάρμακα”, 300
- Όμηρος, “Οδύσσεια”, ι, 186
- Παυσανίας, “Ελλάδος περιήγησις”, 2 1.3, 1.4
- Πλάτων, “Φαίδρος”, 69
- Πλούταρχος, “Ηθικά, Συμποσιακά Α′, Ε′”
- Στέφη Α. (2018). “Η επίδραση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε πρότυπα βιολογικά συστήματα”. Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Βιολογίας, ΕΚΠΑ
- Στράβων, “Γεωγραφικά”, 3.5.1, 9.1.4. 9.1.9. 13.1.18
Σε κάθε εποχή θα δεις
ΑΝΟΙΞΗ
Φύλλα
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Φύλλα, ίουλοι,
μικροί κώνοι
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Φύλλα,
Ώριμοι κώνοι
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Φύλλα,
Ώριμοι κώνοι
Στην Τέχνη
Ο Θησέας που σκοτώνει τον Σίνι, οι Μαινάδες και ο Διόνυσος με τον θύρσο, καθώς και ο Πάνας με την Πίτυν, αποτελούν θέματα αναπαράστασης σε αρκετά αγγεία αρχαϊκής και κλασσικής εποχής καθώς και σε ρωμαϊκά αγάλματα και ψηφιδωτά. Ο πίνακας ζωγραφικής του Edward Calvert “Pan and Pithys” του 1850 και το ψηφιδωτό του 18ου αιώνα “Pan e la ninfa Pitys” απεικονίζουν την προσπάθεια της Πιτύος να απομακρύνει τον Πάνα. Το πεύκο, ως φυτό, έχει εμπνεύσει ζωγράφους όπως ο Βαν Γκογκ (“Pine Trees against an Evening Sky”, “Pine Trees with Figure in the Garden of Saint-Paul Hospital”) και o Henri Matisse (“The Large Pine”).













