Χαρακτηρίζεται ως “Φανερόφυτο (P)” και το ενδιαίτημά του είναι “Δασικές εκτάσεις και θαμνώνες (W)”. Ευδοκιμεί σε Μεσογειακά παράκτια οικοσυστήματα, όπου αναπτύσσεται σε αμμοθίνες, πλαγιές βουνών και λοφώδεις περιοχές, σχηματίζοντας συχνά υπερκείμενες συστάδες πάνω από μακκία βλάστηση ή σε μικτά δάση με Quercus ilex και Pinus halepensis. Είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένο σε ξηρά, ηλιόλουστα κλίματα και ποικιλία εδαφών, προτιμώντας τα όξινα πυριτικά αλλά αντέχοντας και στα ασβεστολιθικά.
(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)
Είναι μεσαίου μεγέθους αείφυλλο κωνοφόρο δέντρο που συνήθως φτάνει σε ύψος τα 25 με 30 m, με κορμό που μπορεί να ξεπεράσει τα 2 m σε διάμετρο. Η κόμη του είναι αρχικά σφαιρική και θαμνώδης, στη συνέχεια αποκτά το χαρακτηριστικό ομπρελοειδές σχήμα, ενώ στην ωριμότητα γίνεται επίπεδη και πλατιά. Ο κορμός είναι συνήθως κοντός, με πολυάριθμους κλάδους που αναπτύσσονται υπό γωνία προς τα πάνω, φέροντας το φύλλωμα κυρίως στα άκρα τους. Ο φλοιός είναι παχύς, καστανοκόκκινος έως γκριζοκαστανός, βαθιά σχισμένος και χωρισμένος σε μεγάλες, επίπεδες πορτοκαλί έως ερυθρές πλάκες, παρέχοντας αντοχή στη φωτιά. Τα φύλλα είναι βελονοειδή, σε δεσμίδες των δύο, με μήκος 8 έως 18 cm, χρώματος γλαυκοπράσινου έως γαλαζοπράσινου, και παραμένουν στο δέντρο για 2 με 4 χρόνια, ενώ τα νεαρά άτομα φέρουν πιο κοντά φύλλα μήκους 2 με 4 cm.
(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)
Είναι μόνοικο είδος, με τα αρσενικά άνθη (γυρεοφόρους κώνους) να εμφανίζονται πολυάριθμα στη βάση των νέων βλαστών, μήκους 10 με 20 mm, με ωχρό πορτοκαλοκάστανο χρώμα. Οι θηλυκοί κώνοι (τα γνωστά κουκουνάρια) είναι ωοειδείς έως σφαιρικοί, μήκους 8 με 15 cm, χωρίς ποδίσκο, πράσινοι όταν είναι νεαροί και κοκκινωποί-καστανόχρωμοι στην ωριμότητα, η οποία ολοκληρώνεται μετά από τρία χρόνια, διάρκεια μεγαλύτερη από κάθε άλλο πεύκο. Τα σπέρματα είναι μεγάλα, μήκους περίπου 2 cm, ανοιχτόχρωμα καστανά με μαύρη επίστρωση σαν πούδρα που απομακρύνεται εύκολα, και διαθέτουν μικρό πτερύγιο που αποκολλάται εύκολα και δεν συμβάλλει στη διασπορά τους. Η διασπορά γίνεται κυρίως με τη ζωοπανίδα, ιδιαίτερα μέσω πτηνών και τρωκτικών καθώς και με τη διασπορά τους μετά από φωτιά, ενώ σημαντικό ρόλο έχει παίξει και ο άνθρωπος στην πρόσφατη ιστορία. Το είδος δεν αναπαράγεται αγενώς, και παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις στην παραγωγή σπερμάτων από έτος σε έτος.
Η χαρακτηριστική ομπρελοειδής κόμη της κουκουναριάς την καθιστά εύκολα αναγνωρίσιμη και εμβληματική για το Μεσογειακό τοπίο.
Η ακριβής καταγωγή και το φυσικό εύρος εξάπλωσης του Pinus pinea αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης εδώ και πολλά χρόνια. Το είδος απαντάται σε ολόκληρη τη Μεσογειακή λεκάνη, όμως η μακρόχρονη ανθρώπινη καλλιέργεια και μεταφορά του δυσκολεύει τον καθορισμό των αρχικών φυσικών του πληθυσμών. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι είναι ιθαγενές σε όλη τη Μεσόγειο, ενώ άλλοι περιορίζουν τη φυσική του εξάπλωση είτε στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μικρά Ασία είτε στη δυτική Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην Ιβηρική χερσόνησο. Παλαιοβοτανικά και αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι το είδος απαντούσε στην Ιβηρική ήδη από το Πλειστόκαινο (2,58 εκατομμύρια έως 11.700 χρόνια) και το Ολόκαινο (ξεκίνησε 11.700 χρόνια πριν), γεγονός που υποδηλώνει φυσική παρουσία τουλάχιστον σε αυτή την περιοχή. Παράλληλα, ιστορικές και παλυνολογικές ενδείξεις (αναλύσεις γύρης) υποστηρίζουν ότι το Pinus pinea ήταν παρόν σε διάφορες περιοχές της Μεσογείου για χιλιάδες χρόνια, ενώ η εξάπλωσή του ενισχύθηκε σημαντικά από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η καλλιέργεια και η αναδάσωση.
Ο Θεόφραστος, στο έργο του Περί Φυτών Ιστορίαι, μελετά τον τρόπο αναπαραγωγής των φυτών και ιδιαίτερα το φαινόμενο της “εκφύλισης” όταν αυτά προέρχονται από σπέρματα, δηλαδή δεν διατηρούν τα ίδια χαρακτηριστικά με το μητρικό φυτό. Ωστόσο, κάνει μια σημαντική εξαίρεση: αναφέρει ότι ορισμένα δέντρα, όπως η κουκουναριά, είναι από τα πιο σταθερά όταν αναπτύσσονται από σπέρματα. Αυτό σημαίνει ότι οι νέες κουκουναριές διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τα ίδια γνωρίσματα με το αρχικό δέντρο, σε αντίθεση με άλλα είδη που αλλάζουν μορφή ή ποιότητα.
Καλλιεργείται συστηματικά για τα εδώδιμα σπέρματά της εδώ και περίπου 6.000 χρόνια. Η χρήση της από τον άνθρωπο χρονολογείται ήδη από 49.200 χρόνια πριν, όπως έδειξαν πρόσφατα ευρήματα στη Γιβραλτάρ, ενώ στην κλασική αρχαιότητα τα σπέρματά της αποτελούσαν εμπορεύσιμο και πολυτελές προϊόν. Σε παπύρους του 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ. καταγράφεται η χρήση κουκουναριών σε θρησκευτικές τελετές, ενώ αναφέρεται ακόμη και η ύπαρξη εμπόρων κουκουναριών. Στη ρωμαϊκή λογοτεχνία, ο Οβίδιος μνημονεύει τα σπέρματα της κουκουναριάς ως αφροδισιακό, κάτι που ενισχύεται και από τον γιατρό Γαληνό, ο οποίος τους συνιστούσε σε συνδυασμό με μέλι και αμύγδαλα για την τόνωση της ερωτικής διάθεσης. Ο Ρωμαίος γαστρονόμος Απίκιος πρότεινε τη χρήση τους σε συνταγές με έντονο γαστρονομικό χαρακτήρα, ενώ αναφορές για την αφροδισιακή τους ιδιότητα συναντώνται και σε αραβικά κείμενα του Μεσαίωνα.
Γενικά περί πεύκου (ανεξαρτήτως είδους)…
Ο Πλίνιος παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του πεύκου, σημειώνοντας ότι τα φύλλα του είναι λεπτά και επιμήκη, σχεδόν σαν τρίχες, χωρίς να ξεχωρίζει τα είδη.
Ήταν το αγαπημένο δένδρο της Ρέας επειδή συμβόλιζε έναν σύνδεσμο μεταξύ ουράνιου και επίγειου κόσμου. Η Πίτυς αναφέρεται ως Ορειάδα Νύμφη, την οποία ερωτεύτηκαν τόσο ο θεός Πάνας όσο και ο θεός Βορέας (θεός του βορείου ανέμου). Όπως αφηγείται ό Νόννος ο Πανοπολίτης, ο Βορέας την κυνήγησε για να την πάρει από τον Πάνα, η Πίτυς αντιστάθηκε και την γκρέμισε από έναν βράχο. Τότε εμφανίστηκε ο Πάνας που τη μεταμόρφωσε σε ένα στιβαρό δένδρο. Πλέον, όταν φυσάει βοριάς, η Πίτυς ενθυμούμενη τον πόνο του της προκάλεσε ο Βορέας, «κλαίει» με δάκρυα ήλεκτρου. Είναι ένα πολύ διαδεδομένο φυτό, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Μάλιστα, ο Στράβων αποκαλεί τη νήσο Χίο “Πιτυοῦσσα” λόγω της πληθώρας των πεύκων που κάλυπταν το βόρειο τμήμα της, ενώ επίσης ονομάζονταν έτσι η Λάμψακος, η Χίος και η Σαλαμίνα. Με τον όρο Πιτυοῦσσαι αναφέρει επίσης τα νησιά Ίμπιζα και Φορμεντέρα της Ισπανίας. Η περιοχή των Ισθμίων Κορινθίας ήταν ξακουστή σε όλη την επικράτεια για τα δένδρα της πεύκης, και μάλιστα, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος η “Ισθμική πίτυς” ήταν περίφημη για την κατασκευή των τριηρών. Προσθέτει ότι η ρητίνη του πεύκου παρείχε απόλυτη στεγανοποίηση στο σκάφος κατά τον πλουν και για τον λόγο αυτό το πεύκο ήταν αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Στην περιοχή των Ισθμίων, διεξάγονταν οι πανελλήνιοι αγώνες, γνωστοί ως Ίσθμια, προς τιμήν του θεού Ποσειδώνος και συνεπώς, το έπαθλο για τους νικητές ήταν ένα στεφάνι (ή κλαδί) από πεύκο. Ο Παυσανίας, περιγράφει πως στην περιοχή αυτή τα πεύκα φτάνουν μέχρι τον αιγιαλό και παραθέτει μια ιστορία που ακουγόταν κατά παράδοση: στην ίδια περιοχή, αυτήν του Ισθμού, ζούσε ο ληστής Σίνις, ο επονομαζόμενος ως “Πιτυοκάμπτης”. Ο Σίνις όσους διαβάτες κατάφερνε να αιχμαλωτίσει τους έδενε σε δυο αντικριστά κλαδιά ενός πεύκου, τα οποία είχε λυγίσει προς τα κάτω. Όταν τα ελευθέρωνε, το σώμα του αιχμαλώτου διαμελιζόταν. Τον ληστή αυτόν εξόντωσε ο Θησέας, με τρόπο ίδιο με εκείνον που ο Σίνις εξόντωνε τα θύματά του (στο πεύκο εκείνο το οποίο συνάντησε και ο Παυσανίας!).
Στην τραγωδία “Μήδεια” του Ευριπίδη, η τροφός της, μονολογώντας έξω από το παλάτι της Κορίνθου, αναπολεί με απόγνωση τη στιγμή που η ξυλεία πεύκης του Πηλίου μετατράπηκε σε ναυπηγήσιμο υλικό. Εκφράζει την ευχή «να μην είχαν κοπεί ποτέ τα πεύκα στα δάση του Πηλίου για να γίνουν κουπιά στα χέρια των Αργοναυτών», καθώς αυτή η χρήση του ξύλου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της τραγωδίας· αν η Αργώ δεν είχε κατασκευαστεί, η Μήδεια δεν θα είχε εγκαταλείψει ποτέ την πατρίδα της, κυριευμένη από τον παράφορο έρωτά της για τον Ιάσονα και θα σκότωνε τα παιδιά της. Στην πεύκη του Πηλίου με την οποία κατασκευάστηκαν οι τριήρεις της Αργοναυτικής εκστρατεία αναφέρεται και ο Απολλόδωρος. Μάλιστα, οι Κένταυροι που ζούσαν στο Πήλιο, επιτίθενται στον Ηρακλή με ολόκληρα πεύκα που έχουν ξεριζώσει από τη γη και τα ρίχνουν ως όπλα εναντίον του (Διόδωρος).Έξω από τον ελλαδικό χώρο, η πίτυς ήταν επίσης ευρέως διαδεδομένη. Όπως αφηγείται ο Οδυσσέας στον βασιλιά Αλκίνοο, η αυλή της σπηλιάς του Κύκλωπα Πολύφημου (τοποθετείται πιθανώς στη σημερινή περιοχή της ΒΑ Σικελίας) ήταν γεμάτη δρύες και πεύκα.
Όμως, η πίτυς ήταν και ιερό δένδρο, σύμβολο και του Διονύσου, όπως αναφέρει ο Πλάτων. Μάλιστα στην κορυφή του θύρσου, που ήταν το ραβδί των Μαινάδων του Διονύσου και χρησιμοποιούνταν στα Διονυσιακά μυστήρια, υπήρχε ως έμβλημα το κουκουνάρι της πεύκης. Ο Πλούταρχος παραθέτει ότι ο οίνος, του οποίου προστάτης ήταν ο Διόνυσος, αν προερχόταν από «πιτυώδη χωρία» ήταν ιδιαιτέρως «ἡδύοινος» και μάλιστα «ὁ πισσίτης οἶνος» έχαιρε μεγάλης εκτίμησης των Ρωμαίων, ενώ στην περιοχή της Εύβοιας και της περιοχής του Πάδου, περιγράφεται η προσθήκη ρητίνης ως άρτυμα του οίνου. Ο στωικός φιλόσοφος Κορνούτος περιγράφει ότι ο θεός Πάνας στεφανωνόταν με πεύκο, επειδή ζούσε σε σπηλιές και βουνά και από τότε το πεύκο συνδέεται με τις θεότητες των βουνών και των δασών. Όμως, ένας από τους γνωστούς επίσης μύθους είναι η σύνδεση του πεύκου με τον Άττι, σύμφωνα με τον Οβίδιο. Ο Άττις ήταν ένας εξαιρετικά όμορφος νέος από τη Φρυγία, τον οποίο η Μεγάλη Μητέρα Θεά (Magna Mater) Κυβέλη ερωτεύτηκε και επέλεξε ως πιστό ακόλουθό της, επιβάλλοντάς του τον όρο της αιώνιας αγνότητας. Όταν όμως ο Άττις παραβίασε τον όρκο του και επιδίωξε να παντρευτεί μια νύμφη, η Κυβέλη, κυριευμένη από οργή, τον οδήγησε σε θεϊκή μανία κι αυτοτραυματίστηκε κάτω από ένα πεύκο. Μετά τον θάνατό του, η Κυβέλη θεώρησε το πεύκο ιερό, ως ένα μνημείο του Άττεως, ενώ η αειφυλλία του δένδρου αποτελεί σύμβολο της αιωνιότητας και της αθανασίας του αγαπημένου της. Μάλιστα, το γεγονός αυτό συνδέεται με τους “Ειδούς του Μαρτίου”. Κατά την ύστερη αυτοκρατορική περίοδο, οι Ειδοί αποτελούσαν την έναρξη μιας «ιεράς εβδομάδας» εορτών προς τιμήν της Κυβέλης και του Άττεως. Στις 22 Μαρτίου, η επίσημη τελετή του “Arbor intrat – Το Δέντρο εισέρχεται”, τιμούσε τον θάνατο του Άττεως κάτω από ένα πεύκο. Ένα ιερατικό σώμα, οι “δενδροφόροι”, έκοβαν κάθε χρόνο ένα δέντρο/πεύκο, κρεμούσαν από αυτό ένα ομοίωμα του Άττεως και το μετέφεραν στον ναό της Μεγάλης Μητέρας με θρηνωδίες.
Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη, το πεύκο αποτελούσε μια πολύτιμη πηγή φαρμακευτικών υλών με κύρια δράση στο αναπνευστικό και το πεπτικό σύστημα, καθώς και στην επούλωση δερματικών παθήσεων. Οι καρποί του (πιτυίδες/κουκουνάρια) θεωρούνταν θερμαντικοί και βοηθητικοί για την πέψη, ενώ σε συνδυασμό με μέλι χρησιμοποιούνταν ως γιατρικό για τον βήχα και τις παθήσεις του θώρακα. Ο Πλίνιος υπογραμμίζει ότι τα σπέρματα της κουκουναριάς, γνωστά ως κουκουνάρια, είχαν διατροφική και ιατρική αξία, καθώς θεωρούνταν ωφέλιμοι για το στομάχι και το ουροποιητικό σύστημα. Ο Αθήναιος αναφέρει τη χρήση των σπερμάτων του κουκουναριού ως βασικό υλικό σε πλούσιες πουτίγκες, όπου χρησιμοποιούνταν είτε ολόκληρη η ψίχα τους είτε οι φλοιοί τους για να δώσουν γεύση και υφή στο έδεσμα! Μέχρι σήμερα, τα κουκουνάρια, αποτελούν βασικό προϊόν διατροφής και χρησιμοποιούνται ευρέως στη μεσογειακή κουζίνα – από ζυμαρικά και γλυκίσματα έως τη διάσημη ιταλική σάλτσα πέστο. Κάθε χρόνο συλλέγονται εκατομμύρια κιλά κουκουναριών στις μεσογειακές χώρες, καθώς οι κώνοι μαζεύονται και ανοίγουν με θέρμανση. Το ξύλο της, αν και κακής ποιότητας για ξυλεία λόγω της ρητινώδους και ακανόνιστης υφής του, χρησιμοποιείται τοπικά στην επιπλοποιία, ενώ τα άδεια κουκουνάρια αξιοποιούνται ως καύσιμη ύλη, ιδιαίτερα σε φούρνους, αλλά και ως διακοσμητικά αντικείμενα. Η ρητίνη έχει εφαρμογές στη φαρμακευτική, σε βερνίκια, στην αδιαβροχοποίηση και στη χρήση σε δοξάρια βιολιών, ενώ από τις βελόνες παράγεται πράσινη βαφή. Επιπλέον, το είδος καλλιεργείται για την προστασία και σταθεροποίηση των παράκτιων αμμοθινών, τη διατήρηση των εδαφών, την προστασία των γεωργικών καλλιεργειών, αλλά και ως καλλωπιστικό δέντρο σε κήπους και πάρκα με ήπιο κλίμα.
(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).
- https://powo.science.kew.org/taxon/urn:lsid:ipni.org:names:263221-1
- https://www.iucnredlist.org/ja/species/42391/129160976
- https://forest.jrc.ec.europa.eu/media/atlas/Pinus_pinea.pdf
- https://conifers.org/pi/Pinus_pinea.php
- Abad Viñas, R., Caudullo, G., Oliveira, S., & de Rigo, D. (2016). Pinus pinea in Europe: Distribution, habitat, usage and threats. In J. San-Miguel-Ayanz, D. de Rigo, G. Caudullo, T. Houston Durrant, & A. Mauri (Eds.), European atlas of forest tree species (pp. 128–130). Publications Office of the European Union.
- Burgess, H. W. (1827). Eidodendron: Views of the general character and appearance of trees foreign and indigenous connected with picturesque scenery. (C. J. Hullmandel, Print.; J. Dickins, Publ.).
- Cornutus, “De natura deorum et religione Graecorum” 50
- Dimopoulos, P., Raus, Th., Bergmeier, E., Constantinidis, Th., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist. Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. (Englera 31). https://doi.org/10.3372/en.31
- Diodorus “Bibliotheca Historica”, 4.12.5
- Dioscorides, “De materia medica”, LXXXVII, XCIV, XCII
- Dominguez-Lerena, S., Herrero Sierra, N., Carrasco Manzano, I., Ocaña Bueno, L., Peñuelas Rubira, J. L., & Mexal, J. G. (2006). Container characteristics influence Pinus pinea seedling development in the nursery and field. Forest Ecology and Management, 221(1–3), 63–71.
- Durrant, T., & Mauri, A. (Eds.). (2016). European atlas of forest tree species. Publications Office of the European Union.
- Lambert, A. B., Don, D., & Bauer, F. (1803–1824). A description of the genus Pinus: Illustrated with figures, directions relative to the cultivation, and remarks on the uses of the several species. J. White.
- Lancellotti, M. G. (2002). Attis, between myth and history: King, priest, and god. Brill.
- Martínez, F., & Montero, G. (2004). The Pinus pinea L. woodlands along the coast of South-western Spain: Data for a new geobotanical interpretation. Plant Ecology, 175(1), 1–18.
- Mommsen, T. (Ed.). (1893). Inscriptiones Latinae antiquissimae ad C. Caesaris mortem: Fasti anni Iuliani (2nd ed., Vol. 1, Part 1, pp. 256–278). Georg Reimer. (Original work published 354).
- Mutke, S., Calama, R., González-Martínez, S. C., Montero, G., Picardo, A., & Pastor, A. (2012). Mediterranean stone pine: Botany and horticulture. In J. Janick (Ed.), Horticultural reviews (Vol. 39, pp. 153–201). Wiley-Blackwell.
- Mutke, S., Vendramin, G. G., Fady, B., Bagnoli, F., & González-Martínez, S. C. (2019). Molecular and quantitative genetics of stone pine (Pinus pinea). In D. Nandwani (Ed.), Genetic diversity in horticultural plants (Vol. 22, pp. 61–81). Springer, Cham.
- Nergiz, C., & Dönmez, İ. (2004). Chemical composition and nutritive value of Pinus pinea L. seeds. Food Chemistry, 86(3), 365–368.
- Nonnus, “Dionnysiaca”, ii 108
- Ovid, “Fasti”, IV, 221-246
- Ovid, “Metamorphōsēs” 10.86
- Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 16.16.2, 23.74
- Simões, A. S. B., Borges, M. M., Grazina, L., & Nunes, J. (2024). Stone Pine (Pinus pinea L.) high-added-value genetics: An overview. Genes, 15(1), 84. https://doi.org/10.3390/genes15010084
- Tutin, T. G., Heywood, V. H., Burges, N. A., Moore, D. M., Valentine, D. H., Walters, S. M., & Webb, D. A. (Eds.). (1964–1980). Flora Europaea (Vols. 1–5). Cambridge University Press.
- Virgilius, “Georgica”, 2.420
- Αθήναιος, “Δειπνοσοφισταί”, 3.100.
- Αινείας ο Τακτικός “Πολιορκητικά (ή Περὶ τοῦ πῶς χρὴ πολιορκουμένους ἀντέχειν)”, 35
- Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη” 3.12.6
- Ευρυπίδης, “Βάκχαι”, 99-120
- Ευρυπίδης, “Μήδεια”, 1-10
- Όμηρος, “Οδύσσεια”, ι, 186
- Παυσανίας, “Ελλάδος περιήγησις”, 2 1.3, 1.4
- Πλάτων, “Φαίδρος”, 69
- Πλούταρχος, “Ηθικά, Συμποσιακά Α′, Ε′”
- Στέφη Α. (2018). “Η επίδραση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε πρότυπα βιολογικά συστήματα”. Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Βιολογίας, ΕΚΠΑ
- Στράβων, “Γεωγραφικά”, 3.5.1, 9.1.4. 9.1.9., 7.1.22, 13.1.18
Σε κάθε εποχή θα δεις
ΑΝΟΙΞΗ
Φύλλα, Άνθη,
Νεαροί Κώνοι
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Φύλλα,
Νεαροί Κώνοι
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Φύλλα,
Ώριμοι Κώνοι
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Φύλλα,
Ώριμοι Κώνοι
Στην Τέχνη
Απεικονίσεις της χαρακτηριστικής αυτής πεύκης έχουν δημιουργηθεί από τον George Inness (1874) που εκτίθεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βιρτζίνια, το έργο του Claude Monet (1888) “Sous les pins, fin de jour, Antibes -Κάτω από τα πεύκα, στο τέλος της ημέρας” στο Philadelphia Museum of Art.
Καθώς και το έργο “The Pine Tree at Saint Tropez” από τον Paul Signac (1909) που εκτίθεται στο Μουσείο Πούσκιν στη Μόσχα.















