Χαρακτηρίζεται ως “Φανερόφυτο (P)” και το ενδιαίτημά του είναι “Αγροτικές και ανθρωπογενείς -ρυπαινόμενες περιοχές (R)”. Η παρουσία του Acer negundo είναι έντονη σε εδάφη πλούσια σε θρεπτικά, όπως είναι οι πλημμυρικές πεδιάδες, αλλά και στις όχθες ποταμών, λιμνών, λιμνοθαλασσών και ελών. Χαρακτηρίζεται από υψηλή ανθεκτικότητα στους ρύπους, ιδιότητα που καθιστά εύκολη την ανάπτυξή του και σε αστικά περιβάλλοντα.

(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)

Φυλλοβόλα δέντρα ύψους έως 20 m, με κίτρινο – καφέ ή γκρι – καφέ κορμό που φτάνει τα 60-90 cm σε διάμετρο. Έχουν σύνθετα φύλλα αντίθετης διάταξης και μήκους 10-25 cm, με 3-9 οδοντωτά ωοειδή φυλλάρια το καθένα.

Το ριζικό σύστημα αποτελείται από πολλές ρίζες που εκτείνονται σε μικρό βάθος στον οριζόντιο εδαφικό άξονα, προκειμένου να προσλαμβάνουν την επιφανειακή υγρασία του εδάφους.

(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)

Δίοικο φυτό με μονογενή άνθη κιτρινοπράσινου χρώματος, με τα αρσενικά να οργανώνονται σε όρθιους κορύμβους και τα θηλυκά σε κρεμάμενους βότρεις. Η περίοδος άνθισης διαρκεί από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο. Ο καρπός είναι δισαμάριο με πτερύγια σε οξεία γωνία και παραμένει συνήθως στο δένδρο και μετά την πτώση των φύλλων. Περιέχονται δύο σπέρματα ανά καρπό.

Το είδος έχει την ικανότητα να αναπαράγεται και βλαστητικά, φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως μετά από τον τραυματισμό ενός ατόμου.

Τα δέντρα εμφανίζουν ιδιαίτερα γρήγορη ανάπτυξη τα πρώτα 15-20 χρόνια, ωστόσο έχουν περιορισμένο χρόνο ζωής, καθώς κατά μέσο όρο φτάνουν τα 75 έτη, με το μέγιστο προσδόκιμο (υπό ιδανικές συνθήκες) να ανέρχεται στα 100 έτη. Ένα από τα πιο ψηλά δένδρα της δεκαετίας του 1970 είχε στην κομητεία Washtenaw του Μίσιγκαν και έφτανε τα 29 μέτρα σε ύψος και τα 1,6 μέτρα σε διάμετρο. Το έντονο κίτρινο χρώμα των φύλλων τους το φθινόπωρο, είναι ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά τους!

Το Acer negundo είναι ένα γρήγορα αναπτυσσόμενο δέντρο με εκτεταμένη φυσική κατανομή στη Βόρεια Αμερική και μακρά ιστορία καλλιέργειας σε όλον τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων περιοχών της Ευρώπης και της Ασίας. Ιστορικά, η καλλιέργειά του στην Ευρώπη ξεκίνησε πριν το 1688 από τον επίσκοπο του Λονδίνου Henry Compton, και έκτοτε χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως καλλωπιστικό δέντρο, για φράκτες αέρα και προστασία από του αέριους ρυπαντές στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις.

Παρόλο που είναι ιθαγενές στη Βόρεια Αμερική, θεωρείται ζιζανιοκτόνο είδος σε ορισμένες περιοχές, όπως σε τμήματα των βορειοανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών, όπου η εξάπλωσή του έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Το 1928, ο Joseph Illick, αρχιδασοπόνος της πολιτείας της Πενσυλβάνια, στο έργο του “Pennsylvania Trees”, σημείωσε ότι το είδος ήταν «σπάνιο και εντοπισμένο σε συγκεκριμένα σημεία» της πολιτείας. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ταχεία ανάπτυξή του το κατέστησε δημοφιλές δέντρο για τη διαμόρφωση εξωτερικών χώρων σε προαστιακές οικιστικές αναπτύξεις, παρά την ευπάθειά του σε ζημιές από καταιγίδες και την τάση του να προσελκύει μεγάλους αριθμούς εντόμων (box elder bugs). Η σκόπιμη καλλιέργειά του το κατέστησε, έτσι, πολύ πιο άφθονο σε σχέση με το πως ήταν κάποτε. Μπορεί να αποικίσει γρήγορα τόσο καλλιεργημένες όσο και ακαλλιέργητες εκτάσεις, και ως εκ τούτου η εξάπλωσή του επεκτείνεται τόσο στη Βόρεια Αμερική όσο και αλλού.

Στην Ευρώπη, όπου εισήχθη το 1688 ως δέντρο πάρκων, έχει την ικανότητα να εξαπλώνεται γρήγορα και θεωρείται εισβλητικό είδος σε τμήματα της Κεντρικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, της Τσεχίας, της Ουγγαρίας, της Σλοβενίας, της Πολωνίας και της Ρωσίας, και της νοτιοδυτικής Γαλλίας, όπου ανταγωνίζεται εγγενή δέντρα και σχηματίζει μονοκαλλιέργειες, και γενικά μπορεί να σχηματίσει μαζική βλάστηση σε πεδιάδες, διαταραγμένες περιοχές και παραποτάμια οικοσυστήματα σε ασβεστολιθικά εδάφη. Έχει επίσης εγκλιματιστεί στην ανατολική Κίνα, αναφέρεται ως επιβλαβές εισβλητικό είδος σε ορισμένες από τις ψυχρότερες περιοχές της Αυστραλίας, ενώ επίσης ως εισβλητικό καταγράφεται στην περιοχή του Ρίο ντε λα Πλάτα.

Η πρώτη επίσημη καταγραφή του Acer negundo έγινε από τον Κάρολο Λινναίο το 1753 στο έργο του “Species Plantarum”.

Ιστορικά στοιχεία του σφενδάμου (γενικά)

Ο σφένδαμος αναφέρεται ήδη από τον Αριστοφάνη, ο οποίος περιγράφει τους ανθρώπους ως «σκληρούς σαν δρύες ή σφένδάμους», υποδηλώνοντας ότι το ξύλο του θεωρείται ανθεκτικό. Ο Θεόφραστος απαριθμεί τον σφένδαμο ανάμεσα στα δέντρα που φυτρώνουν στις πεδιάδες, μαζί με λεύκα, ιτιά, κερασιά, φλαμουριά και άλλα, ενώ σημειώνει ότι οι Μακεδόνες θεωρούν τον σφένδαμο δέντρο που δεν παράγει άνθη. Επισημαίνει ότι διαθέτει ρηχό και μικρό ριζικό σύστημα, σε αντίθεση με φυτά όπως η φτελιά που έχουν βαθιές και πυκνές ρίζες. Επιπλέον, σημειώνει τις ποικιλίες του και συνιστά να κόβεται το ξύλο το φθινόπωρο, μαζί με άλλα συμπαγή ξύλα, για χρήση σε κατασκευές. Το ξύλο χαρακτηρίζεται συμπαγές αλλά εύθραυστο. Ο Στράβων σημειώνει τη χρήση του σφενδάμου στην περιοχή της Σινώπης για την κατασκευή τραπεζιών, ενώ ο Πλίνιος περιγράφει το ξύλο του ως κομψό και κατάλληλο για επιπλοποιία και καπλαμά. Επισημαίνει τα ιδιαίτερα νερά και κόμπους που χρησιμοποιούνται για μικρά έπιπλα και επιφάνειες γραφής. Ο Ηρακλείδης αναφέρει τον σφένδαμο ως ένα από τα κύρια δέντρα που φυτρώνουν στις ελληνικές περιοχές, ενώ ο Βάρρων αναφέρει τη χρήση του ως στηρίγματος για αμπελώνες. Ο Βιργίλιος χρησιμοποιεί τον σφένδαμο σε μυθικές αφηγήσεις, όπου κατασκευάζονται θρόνοι και άλλα αντικείμενα, ενώ ο Οβίδιος αναφέρεται στο ξύλο του για πόρτες που αλλάζουν χρώμα λόγω του τρόμου, για δέντρα σε ιερά και θυσιαστήρια και για ξύλινα κρεβάτια Μεταγενέστεροι συγγραφείς, όπως ο Martialis και ο Avienus, αναφέρουν τον σφένδαμο για την κατασκευή επίπλων, τραπεζιών και σκαριών πλοίων, Τέλος, περιηγητές του 19ου αιώνα, επιβεβαιώνουν τα όσα έγραψε ο Θεόφραστος και αναφέρουν ότι σε ελληνικά δάση ο σφένδαμος συνυπάρχει με φλαμουριά, κερασιά, καστανιά, οξιά και άλλα δέντρα.

Από εθνοβοτανική άποψη, οι αυτόχθονες πληθυσμοί της Βόρειας Αμερικής αξιοποίησαν τον χυμό του ως πηγή σακχάρου, σιροπιού και καραμελών και πιθανώς για φαρμακευτικούς σκοπούς, ενώ τα σπέρματά του αποτέλεσαν σημαντική τροφή για τρωκτικά και πουλιά κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Το είδος συνδέεται στενά με παράκτια δάση και υγρές περιοχές, όπου αναπτύσσεται γρήγορα και συχνά αναγεννάται μέσω πλάγιων βλαστών, γεγονός που του επιτρέπει να επεκτείνεται ακόμη και σε αναβαθμούς ή παλαιά χωράφια.

Σήμερα, το είδος αυτό έχει αναδειχθεί και ως εισβλητικό σε περιοχές της Ευρώπης, όπως αναφέρθηκε. Η επιτυχία του αυτή αποδίδεται στην υψηλή ταχύτητα ανάπτυξης, στην ευκαμψία των μορφολογικών και φυσιολογικών χαρακτηριστικών του και στην ικανότητά του να αξιοποιεί αποτελεσματικά διαθέσιμους πόρους, όπως φως, θρεπτικά συστατικά και νερό. Συχνά αναπτύσσεται σε πλημμυρικές πεδιάδες και άλλες διαταραγμένες περιοχές με επαρκή παροχή νερού, όπως οι παραποτάμιοι βιότοποι.

Το ξύλο του χρησιμοποιείται για την κατασκευή καφασιών, κουτιών, επίπλων σχετικά χαμηλής ποιότητας (λόγω της μαλακότητας του ξύλου του), στην παραγωγή χαρτιού και καυσίμου και ως καλλωπιστικό.

(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).

  • https://www.greekflora.gr
  • https://www.indiananature.net
  • https://www.worldfloraonline.org
  • Avienus, “Ora Maritima”, 100
  • Britton, N. L. (1908). North American trees. Henry Holt and Co.
  • Dimopoulos, P., Raus, T., Bergmeier, E., Constantinidis, T., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist. Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. https://doi.org/10.3372/en.31
  • Duhamel du Monceau, M. (1801). Traité des arbres et arbustes qui se cultivent en France en pleine terre. Chez Didot ainé, Michel, et Lamy.
  • Illick, J. S. (1915). Pennsylvania trees. W. S. Ray, State Printer.
  • Kasjanov, F. M. (1965). Green “parasols” in sheep raising. Priroda, 54, 63–65. (Abstract retrieved from Forest Abstracts, 27, 645).
  • Leake, W. M. (1835). Travels in northern Greece (Vols. 1-4). J. Rodwell.
  • Li, H. L. (1960). The cultivated maples. Bulletin of the Morris Arboretum, 11, 41–47.
  • Maeglin, R. R., & Ohmann, L. F. (1973). Boxelder (Acer negundo): A review and commentary. Bulletin of the Torrey Botanical Club, 100(6), 357–363. https://doi.org/10.2307/2484104
  • Martialis M.V.Epigrammi”, 14.90
  • Michaux, F. A., Nuttall, T., Hillhouse, A. L., & Redouté, P. J. (1841). The North American sylva: Or, A description of the forest trees of the United States, Canada, and Nova Scotia. J. Dobson.
  • Ovidius, “Fasti”, 1.415
  • Ovidius, Metamorphōsēs, 4.481, 10.86, 13.685
  • Pardo, R. (1973). AFA’s social register of big trees. American Forests, 79(4), 21–47.
  • Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 16.26.1-27.1, 16.84.2
  • Podzorov, N. V. (1961). Causes of the drying of Scots pine and Norway spruce in the Okhta training-cum-experimental forest [in Russian]. Botanicheskii Zhurnal, 46, 685–690. (Abstract retrieved from Forest Abstracts, 23, 709).
  • Porté, A. J., Lamarque, L. J., Lortie, C. J., et al. (2011). Invasive Acer negundo outperforms native species in non-limiting resource environments due to its higher phenotypic plasticity. BMC Ecology, 11, Article 28. https://doi.org/10.1186/1472-6785-11-28
  • Saccone, P., Pages, J. P., Girel, J., Brun, J. J., & Michalet, R. (2010). Acer negundo invasion along a successional gradient: Early direct facilitation by native pioneers and late indirect facilitation by conspecifics. New Phytologist, 187(3), 831–842.
  • Varro, “De re rustica”, 1.8.1,
  • Virgilius Maro“Aeneis”, 2.57, 8.152, 9.77,
  • Walter, J., Essl, F., Englisch, T., & Kiehn, M. (2005). Neophytes in Austria: Habitat preferences and ecological effects. In W. Nentwig (Ed.), Biological invasions: From ecology to control (pp. 13–25). Institut für Ökologie der TU.
  • Αριστοφάνης, “Αχαρνής”, στ. 174
  • Ηρακλείδης Κριτικός, “Περί τῶν ἐν Ἑλλάδι πόλεων, 2.2
  • Θεόφραστος, “Περί φυτών Ιστορίαι”, 3.3.1, 3.3.7, 3.6.4, 5.1.4, 5.3.5
  • Στράβων, “Γεωγραφικά”, 12.3.12

Στην Τέχνη

Η ζωγράφος Florence Ware, στο έργο της με τίτλο “Σφένδαμος το Φθινόπωρο” (Boxelder Tree in Autumn) έχει αποτυπώσει το έντονο κίτρινο φύλλωμα του είδους το φθινόπωρο.

Η Betty Bridgman στο ποίημά της “Μια λέξη για τον σφένδαμο” (A Word for Box Elder) αποκαθιστά το “παρεξηγημένο” αυτό δέντρο, περιγράφοντάς το ως τον «φτωχό συγγενή του σφενδάμου» που αν και θεωρείται λιγότερο ευγενές, γεμίζει τον αέρα με σπόρους που πέφτουν «σαν έλικες», δημιουργώντας μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στην υλική του «φτώχεια» και τον συναισθηματικό «πλούτο» των παιδικών αναμνήσεων που προσφέρει. Είναι πράγματι ενδιαφέρον ότι το όνομα αυτού του «ταπεινού» δέντρου διατρέχει την ιστορία και την καθημερινότητα της Γιούτα, από την ονοματοδοσία μιας ολόκληρης κομητείας (Box Elder County), ενός φαραγγιού στα Βραχώδη Όρη (Box Elder Canyon) μέχρι και την εφημερίδας της Box Elder News Journal!