Χαρακτηρίζεται ως “Φανερόφυτο (P)” και το ενδιαίτημά του είναι “Δασώδεις εκτάσεις και θαμνώνες (W)”. Πρόκειται για είδος που ευδοκιμεί σε περιοχές με θερμά καλοκαίρια. Εμφανίζει ιδιαίτερη αντοχή στην ξηρασία, στην ατμοσφαιρική ρύπανση και στις υψηλές θερμοκρασίες, ενώ μπορεί να επιβιώσει για μικρό χρονικό διάστημα και σε χαμηλές θερμοκρασίες έως -15 °C. Προτιμάει βαθιά, γόνιμα και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη και ηλιόλουστες θέσεις. Συνήθως εντοπίζεται σε αραιά δάση και θαμνότοπους.
(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)
Φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει το ύψος των 10-30 m ανάλογα με το κλίμα της περιοχής όπου αναπτύσσεται. Έχει λείο γκρι κορμό και στρογγυλή πλατιά κόμη. Τα σκούρα πράσινα φύλλα του εκφύονται κατ’ εναλλαγήν, έχουν μίσχο μικρού μήκους, ωοειδές έως λογχοειδές σχήμα, οξύληκτη κορυφή, οδοντωτό κράσπεδο και κάτω επιφάνεια (απαξονική) με πυκνό τρίχωμα και πράσινο – γκρι χρώμα. Το ριζικό σύστημα εκτείνεται ευρέως σε μεγάλα βάθη, χαρακτηριστικό που επιτρέπει στο δέντρο να επιβιώνει σε συνθήκες ξηρασίας.
(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)
Μόνοικο είδος με μικρά, λευκοπράσινα, άοσμα και απέταλα ερμαφρόδιτα άνθη που εντοπίζονται είτε μεμονωμένα, είτε σε ομάδες στις μασχάλες των φύλλων. Η ανθοφορία πραγματοποιείται από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο και μετά τη γονιμοποίηση των ανθέων παράγονται μικροί εδώδιμοι καρποί σκούρου πορφυρού χρώματος και διαμέτρου 1 cm. Κατατάσσονται στις δρύπες, επομένως ο κάθε καρπός περιέχει ένα σπέρμα στρογγυλού σχήματος. Οι καρποί ωριμάζουν την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου.
Τα άτομα του είδους μπορούν να επιβιώσουν υπό κατάλληλες συνθήκες για πολλά έτη, με μία από τις πιο γνωστές περιπτώσεις να αφορά σε ένα δέντρο που φυτεύτηκε το 1550 στο χωριό Fox-Amphoux της νότιο-ανατολικής Γαλλίας!
Η καταγωγή της μελικοκκιάς είναι η Μεσογειακή λεκάνη και η Δυτική Ασία. Συγκεκριμένα, το φυτό απαντάται από την Ιβηρική Χερσόνησο και το Μαρόκο μέχρι τη Συρία, περιλαμβάνοντας τα Μεσογειακά νησιά και περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο. Στην Τουρκία είναι ενδημικό, κυρίως στη Μεσόγειο, τη Βόρεια και Δυτική Ανατολία. Η καταγωγή αυτή εξηγεί και την προσαρμογή του είδους σε θερμόφιλα, ημίξηρα και υπο-υγρά βιοκλίματα. Μάλιστα, το δένδρο έχει οικονομικό ενδιαφέρον για τους βρώσιμους καρπούς του από ανθρώπινες ομάδες του Πλειστόκαινου (ξεκίνησε πριν 2,58 εκ. χρόνια) και του Ολόκαινου (ξεκίνησε πριν από 11.700 χρόνια) στη λεκάνη της Μεσογείου. Η μελικοκκιά ήταν γνωστή από την αρχαιότητα για την ανθεκτικότητα και την υψηλή ποιότητα του ξύλου της. Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι το ξύλο της είναι σκληρό, με μαύρο χρώμα, παρόμοιο με εκείνο του κέδρου, και χρησιμοποιείται για την κατασκευή επίπλων, κρεβατιών και αγαλμάτων. Το ξύλο παρουσιάζει πυκνή υφή και πυκνό καρδιόξυλο, χαρακτηριστικό που το καθιστά ανθεκτικό στη φθορά και κατάλληλο για κατασκευές υψηλής ποιότητας, όπως λ.χ. τα κλείστρα ακριβών θυρών. Η μακροβιότητα και η πυκνή σκιά των δέντρων της μελικοκκιάς ήταν γνωστή και στους Ρωμαίους, όπως αναφέρει ο Πλίνιος, επισημαίνοντας την παρουσία τους σε ιδιωτικές κατοικίες ως εντυπωσιακά και διαρκή στοιχεία του τοπίου. Φυτεμένες μελικοκκιές υπάρχουν και σε έναν ιερό ναό στην Ιερουσαλήμ, με την Ισλαμική παράδοση να θεωρεί τα δέντρα αυτά ιερά, ενώ τα φυλαχτά που κατασκευάζονται από το ξύλο τους να μπορούν να διώξουν τα δαιμόνια!
Εκτός από καλλωπιστική χρήση, το είδος αξιοποιείται τόσο για λόγους διατροφής, όσο και για φαρμακευτικούς σκοπούς. Πιο συγκεκριμένα, οι διάφορες παρασκευές από φύλλα, φλοιό και καρπούς χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακά στην Ασία, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή για τη θεραπεία γαστρεντερικών διαταραχών, κολικών, αμηνόρροιας, διάρροιας, δυσεντερίας, ρευματισμών και δερματικών παθήσεων. Στην Ινδία, το εκχύλισμα φύλλων χρησιμοποιείται ως στυπτικό και διουρητικό, ενώ στη Μεσόγειο εφαρμόζεται στην αναδάσωση και αποκατάσταση φυσικών οικοσυστημάτων, αναδεικνύοντας την οικολογική και φαρμακολογική σημασία του είδους. Φύλλα και καρποί παρουσιάζουν επίσης αντιοξειδωτική, αντιβακτηριακή και αντιμυκητιακή δράση, ενώ οι καρποί έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα και θρεπτικά συστατικά όπως πρωτεΐνες, φυτικές ίνες, έλαια, μέταλλα και φαινολικά συστατικά. Τα σπέρματα περιέχουν λιπαρά οξέα και πρωτεΐνες, τα οποία τους καθιστούν πηγή διατροφικών και βιοδραστικών μορίων.
Ο φλοιός του δέντρου χρησιμοποιείται για την παραγωγή κίτρινης βαφής, ενώ το ξύλο, λόγω της ανθεκτικότητας και της σκληρότητάς του, βρίσκει εφαρμογή στην επιπλοποιία.
(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).
- https://temperate.theferns.infohttps://www.worldfloraonline.org
- https://www.missouribotanicalgarden.org
- https://powo.science.kew.org/
- Benamar, K., Koraichi, S. I., & Fikri-Benbrahim, K. (2022). Ethnobotany, phytochemistry and pharmacological activities of Celtis australis: A review. Journal of Herbmed Pharmacology, 12(1), 54–72. https://doi.org/10.34172/jhp.2023.05
- Demır, F., Doğan, H., Özcan, M., & Haciseferoğullari, H. (2002). Nutritional and physical properties of hackberry (Celtis australis L.). Journal of Food Engineering, 54(3), 241–247. https://doi.org/10.1016/s0260-8774(01)00210-2
- Dimopoulos, P., Raus, Th., Bergmeier, E., Constantinidis, Th., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist. Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. https://doi.org/10.3372/en.31
- Duhamel du Monceau, M. (1801). Traité des arbres et arbustes qui se cultivent en France en pleine terre. Chez Didot ainé, Michel, et Lamy.
- Heldreich, T. v. (1925). Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς [The popular names of plants determined scientifically]. Ιωάννης Δ. Κολλάρος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
- Hooper, H. E. (Ed.). (1910–1911). Encyclopaedia Britannica (11th ed., Vol. 17). Horace Everett Hooper.
- Martínez-Varea, C. M., Carrión Marco, Y., Raigón, M. D., & Badal, E. (2023). Redrawing the history of Celtis australis in the Mediterranean Basin under Pleistocene–Holocene climate shifts. Forests, 14(4), 779. https://doi.org/10.3390/f14040779
- Ota, A., Višnjevec, A. M., Vidrih, R., Prgomet, Ž., Nečemer, M., Hribar, J., Cimerman, N. G., Možina, S. S., Bučar‐Miklavčič, M., & Ulrih, N. P. (2016). Nutritional, antioxidative, and antimicrobial analysis of the Mediterranean hackberry (Celtis australis L.). Food Science & Nutrition, 5(1), 160–170. https://doi.org/10.1002/fsn3.375
- Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 1-11, 17.1.1
- Safari, F., Hassanpour, H., & Alijanpour, A. (2023). Evaluation of hackberry (Celtis australis L.) fruits as sources of bioactive compounds. Scientific Reports, 13(1), 12233. https://doi.org/10.1038/s41598-023-39421-x
- Simchoni, O., & Kislev, M. E. (2011). Early finds of Celtis australis in the southern Levant. Vegetation History and Archaeobotany, 20, 267–271. https://doi.org/10.1007/s00334-011-0290-6
- Tutin, T. G., Heywood, V. H., Burges, N. A., Moore, D. M., Valentine, D. H., Walters, S. M., & Webb, D. A. (Eds.). (1964–1980). Flora Europaea (Vols. 1–5). Cambridge University Press.
- Θεόφραστος, “Περί φυτών Ιστορίαι”, 4.2.5, 4.2.9, 5.3.10, 5.4.2, 5.3.2, 5.5.3, 1.8.2, 5.8.1
Στην Τέχνη
Από το δένδρο αυτό πιθανολογείται ότι προέρχονται οι λωτοί που οδήγησαν τους συντρόφους του Οδυσσέα, κατά την άφιξή τους στη χώρα των Λωτοφάγων, να ξεχάσουν την ταυτότητά τους!
Ο Πλίνιος ίσως είναι ο πρώτος που αναφέρεται σε αυτό καθώς περιγράφει ότι «Και η Αφρική, από όπου κοιτά προς την πλευρά μας [εννοεί την Ιταλία], παράγει ένα αξιοσημείωτο δέντρο, τον λωτό, που ονομάζεται στην καθομιλουμένη celthis, το οποίο έχει επίσης εξοικειωθεί στην Ιταλία, αν και έχει αλλάξει λόγω του διαφορετικού εδάφους». Η Εγκυκλοπαίδεια Brittanica, στην έκδοση του 1911, στο λήμμα “LOTUS ” αναφέρει: « Το δέντρο του λωτού, γνωστό στους Ρωμαίους ως λωτός Λιβύης και φυτεμένο από αυτούς για σκιά, ήταν πιθανότατα η Celtis australis». Κατ’ αυτή τη λογική, ο Άγγλος ποιητής Alfred Tennyson, περιγράφει τους καρπούς της μελικοκκιάς και τις επιδράσεις τους στο έργο του “The Lotos-Eaters”, 1832. Ο βοτανικός Θεόδωρος Χελδράιχ, το 1926, αναφέρει ότι η δημώδης ονομασία του στη Θεσσαλία ήταν λωτός και οι καρποί του λωτόμηλα!
Έχει αποτυπωθεί σε γραμματόσημα του 2013 της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.










