Καλλιεργούμενη ποικιλία που παρατηρείται σε μεσογειακούς κήπους, δεν συναντάται ως αυτοφυής.
(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)
Αείφυλλος θάμνος ή μικρό δέντρο με στρογγυλή κόμη, ύψους περίπου 2–3 m, ενώ σε ευνοϊκές συνθήκες μπορεί να φτάσει έως 8 m. Τα φύλλα είναι μικρά, λογχοειδή, δερματώδη και σκουροπράσινα, παρόμοια με της μυρτιάς. Η συγκεκριμένη ποικιλία δεν παρουσιάζει αγκάθια στους βλαστούς της. Το ριζικό σύστημα είναι πασσαλώδες με πλευρικές ρίζες.
Τα φύλλα είναι απλά, κατ’ εναλλαγήν, διάστικτα με αδένες. Αρωματικά όταν θρυμματιστούν. Έχουν μίσχο μήκους 2–3 cm. Το έλασμα είναι πλατύ, ωοειδές έως ελλειπτικό, μήκους 7-12 cm και πλάτους 4-7 cm. Το ριζικό σύστημα είναι διακλαδισμένο, δεν εκτείνεται σε μεγάλο βάθος, όπως και στα περισσότερα είδη των εσπεριδοειδών. Υπάρχουν και επιφανειακές ρίζες οι οποίες έχουν υποστηρικτικό και απορροφητικό ρόλο.
(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)
Έχει τέλεια άνθη (με αρσενικό και θηλυκό αναπαραγωγικό σύστημα) και μασχαλιαία. Είναι μικρά, λευκά και ιδιαιτέρως αρωματικά. Η άνθιση πραγματοποιείται κυρίως τους μήνες της άνοιξης. Οι καρποί των δέντρων είναι ράγες ειδικής μορφής που ονομάζονται εσπερίδια. Έχουν παχιά και τραχιά φλούδα, η οποία έχει πράσινο χρώμα όσο οι καρποί είναι ανώριμοι και αποκτά σκούρο πορτοκαλί χρώμα κατά την ωρίμαση. Η περίοδος ωρίμασης των καρπών ανέρχεται κατά προσέγγιση στους 8 μήνες. Η περιεκτικότητα των καρπών σε σπέρματα διαφέρει σημαντικά από καρπό σε καρπό (μπορεί να υπάρχουν πολλά ή λίγα ή καθόλου), χαρακτηριστικό της ποικιλίας.
Οι καρποί της συγκεκριμένης ποικιλίας θυμίζουν πορτοκάλια μικρότερου μεγέθους. Τα φύλλα είναι παρόμοια με της κοινής μυρτιάς, χαρακτηριστικό στο οποίο οφείλεται η ονομασία της ποικιλίας Citrus × aurantium var. myrtifolia.
Το είδος Citrus × aurantium δημιουργήθηκε κατά την υβριδοποίηση των ειδών Citrus maxima (φράπα) και Citrus reticulata (μανταρίνι). Εισάχθηκε από τους Άραβες στον Μεσογειακό χώρο κατά τον 10ο με 11ο αιώνα και κατά τη Μεσαιωνική περίοδο καλλιεργήθηκε ευρέως στην Ισπανία, στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Η ποικιλία Citrus × aurantium var. myrtifolia καλλιεργείται στην Ιταλία από τον 16ο αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, καλλιεργούταν στους κήπους της οικογένειας των Μεδίκων στη Φλωρεντία, σύμφωνα με την καταγραφή του συγγραφέα Agostino Del Riccio από το 1595. Είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Λιγυρία, όπου συνδέθηκε με την παραγωγή λικέρ και γλυκών.
Στον Εθνικό Κήπο, οι νεραντζιές φυτεύονται από τη Βασίλισσα Αμαλία, οι οποίες καταφθάνουν από τη Γένοβα, μαζί με άλλα φυτά. Δημιουργείται σταδιακά ο νεραντζώνας, ο οποίος ενισχύεται και από μεταγενέστερες φυτεύσεις από τους επόμενους βασιλείς. Σταδιακά, παράλληλα με τον Εθνικό Κήπο, τα πεζοδρόμια της Αθήνας, γεμίζουν κι αυτά από τις νεραντζιές και το υπέροχο άρωμά τους. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πολλά από τα δένδρα χρησιμοποιήθηκαν από τους πολίτες για καυσόξυλα, ενώ ο αντιστασιακός Ι. Βαγιάκης αφηγείται ότι οι Γερμανοί στρατιώτες το 1941, έκοβαν νεράντζια από τις νεραντζιές της πόλης, νομίζοντας μάλλον ότι είναι τα πορτοκάλια, και τα έτρωγαν.
Χρησιμοποιείται στην παραγωγή του αναψυκτικού “chinotto”. Εκτός από αναψυκτικό, το αιθέριο έλαιο από τον φλοιό χρησιμοποιείται και για την παραγωγή γλυκών, σιροπιών και μαρμελάδων, καθώς επίσης για την ενίσχυση της γεύσης σε ζαχαρώδη προϊόντα και άλλα τρόφιμα. Αν και αρχικά αποτελούσε προϊόν περιορισμένης κατανάλωσης, σήμερα το chinotto έχει αποκτήσει διεθνή δημοτικότητα, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Βόρεια Ευρώπη, κυρίως λόγω της διάδοσής του από ιταλικές κοινότητες στο εξωτερικό. Το αιθέριο έλαιο του φυτού, το οποίο επίσης ονομάζεται chinotto, αποτελεί βασικό συστατικό σε πολλές συνθέσεις αρωμάτων, ιδιαίτερα σε παραδοσιακά αρώματα της περιοχής της Savona στην Ιταλία. Η υψηλή περιεκτικότητά του σε λιμονένιο (≈80%), καθώς και σε λιναλοόλη και λιναλυλικό οξικό εστέρα, προσδίδει έντονο εσπεριδοειδές, φρέσκο και ανθώδες άρωμα, καθιστώντας το πολύτιμο ως αρωματική πρώτη ύλη σε αρώματα, καλλυντικά και προϊόντα προσωπικής φροντίδας καθώς και στην αρωματοθεραπεία. Ορισμένες ενώσεις που απομονώνονται από τον φλοιό, έχουν δείξει βιολογική δράση, με πιθανές αντιφλεγμονώδεις και βιοδραστικές ιδιότητες, αν και απαιτούνται περισσότερες μελέτες για την πλήρη επιβεβαίωση των φαρμακολογικών εφαρμογών.
Φυτεύεται κατά μήκος δρόμων, ως καλλωπιστικό φυτό σε κήπους λόγω του αρώματός του!
(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).
- https://www.kew.org
- https://www.oscartintori.it
- https://www.floraveg.eu/taxon/overview/Citrus%20x%20aurantium
- https://www.greek-language.gr
- https://kanellatou.gr
- www.domnasamiou.gr/song/nerantzoyla-foyntomeni/
- Chialva, F., & Doglia, G. (1990). Essential oil constituents of chinotto (Citrus aurantium L. var. myrtifolia Guill.). Journal of Essential Oil Research, 2(1), 33–35. https://doi.org/10.1080/10412905.1990.9697813
- Duhamel du Monceau, M. (1801). Traité des arbres et arbustes qui se cultivent en France en pleine terre. Chez Didot aîné, Michel, et Lamy.
- Salvo, A., Costa, R., Albergamo, A., Arrigo, S., Rotondo, A., La Torre, G. L., Mangano, V., & Dugo, G. (2019). An in-depth study of the volatile variability of chinotto (Citrus myrtifolia Raf.) induced by the extraction procedure. European Food Research and Technology, 245(4), 873–883.
- Μπούσε, Β., & Μπούσε, Μ. (2011). Ανέκδοτες επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της, 1836-1853 (Τόμος Β΄). Εστία.
- Παπαδόπουλος, Μ. Β. (1860). Αι νέαι Αθήναι ήτοι περιληπτική περιγραφή της πρωτευούσης της Ελλάδος, μετά των αναχωρήσεων των ατμοπλοίων, της αναλογίας των ελληνικών προς τα ξένα νομίσματα, της αστυνομικής διατιμήσεως των αμαξών, κ.τ.λ. Τύποις Π. Α. Σακελλαρίου.
- Πύρρος, Δ. ο Θετταλός. (1838). Βοτανικὴ πρακτική: Προσηρμοσμένη εἰς τὴν ἰατρικὴν καὶ οἰκονομίαν. Τυπογραφείο Αγγέλου Αγγελίδου.
Σε κάθε εποχή θα δεις
Στην Τέχνη
Το δέντρο έχει απεικονιστεί σε έργο του βοτανικού και ζωγράφου Pierre-Joseph Redouté, ενώ μάλιστα έχει αποτελέσει το βασικό θέμα και σε πολλούς άλλους πίνακες ζωγραφικής. Στον πίνακα – παραγγελία της οικογένειας των Μεδίκων – του Bartolomeo Bimbi, “ Agrumi ” (arance, bergamotti, cedri, limoni e lumie) παρουσιάζονται όλα τα εσπεριδοειδή. Νεράντζια παρουσιάζονται επίσης στον πίνακα “Sour Orange, Terrestrial Mollusk, and Larkspur” του Joris Hoefnagel. Ο Κωστής Παλαμάς, στο έργο του “Η πολιτεία και η μοναξιά , Πέμπτο Βιβλίο”, γράφει για τα “νερατζάνθια αθώρητα στον κήπο”, αναφερόμενος στον Εθνικό Κήπο, στο ομώνυμο ποίημά του, ενώ ο Κώστας Καρυωτάκης έχει γράψει το ποίημα “Νεραντζιά”, το οποίο ανήκει στην συλλογή του “Τραγούδια για παιδιά” (1919-1922). Ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρεται συχνά στις νεραντζιές της Αθήνας στα ημερολόγιά του (Μέρες), όπου το άρωμα των ανθέων τους λειτουργεί ως εικόνα παροδικής ομορφιάς μέσα στο αστικό τοπίο. Στην ελληνική παραδοσιακή μουσική, καταγράφεται το τραγούδι ερωτικού περιεχομένου με προέλευση από την Αχαΐα Πελοποννήσου, “Να ‘χα νεράντζι”, καθώς το πελοποννησιακό τραγούδι του γάμου “Νεραντζούλα φουντωμένη”.













