Φυτό που αναπτύσσεται σε πλήρη ήλιο ή σε ημισκιά και έχει μέτριες απαιτήσεις σε νερό. Είναι ανθεκτικό τόσο σε χαμηλές θερμοκρασίες έως –6°C, όσο και στις υψηλές θερμοκρασίες των ξηροθερμικών περιοχών.

(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)

Μικρό δέντρο ή πυκνός, αείφυλλος θάμνος, που μπορεί να φτάσει σε ύψος 4–7,5 m. Έχει λείο καστανό κορμό και τοξοειδή κλαδιά που απλώνονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Φέρει δερματώδη, σκούρα πράσινα φύλλα που διατάσσονται κατ’ εναλλαγήν, μήκους 7-15 cm και πλάτους 3-5 cm, ωοειδούς έως λογχοειδούς σχήματος, με τρεις χαρακτηριστικές έντονες νευρώσεις κατά μήκος του ελάσματος.

(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)

Το είδος είναι δίοικο, δηλαδή υπάρχουν φυτά που διαθέτουν θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα και άλλα, διαφορετικά φυτά που διαθέτουν αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα. Τα άνθη είναι μικρού μεγέθους και έχουν πρασινοκίτρινο χρώμα, με τα αρσενικά να υπερτερούν εμφανώς αριθμητικά σε σχέση με τα θηλυκά. Η περίοδος άνθισης διαρκεί από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο. Οι καρποί του είδους ανήκουν στις δρύπες και έχουν σκούρο κόκκινο χρώμα κατά την ωρίμαση. Περιέχει ένα σπέρμα ο κάθε καρπός, το οποίο είναι πεταλοειδούς σχήματος.

Πρόκειται για έναν μεγάλο αείφυλλο θάμνο, ο οποίος διατηρεί πυκνό φύλλωμα ακόμη και σε βαθιά σκιά. Έχει καταγραφεί μάλιστα ότι αναπτύσσεται ικανοποιητικά ακόμη και κάτω από ευκαλύπτους (Eucalyptus sp.), γεγονός που καταδεικνύει την ανθεκτικότητά του.

Περιεγράφηκε για πρώτη φορά από τον Augustin Pyramus de Candolle το 1817 στο έργο του “Regni Vegetabilis Systema Naturale”. Εισήχθη στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα ως καλλωπιστικό είδος. Το όνομα του γένους “Cocculus” προέρχεται από την ελληνική λέξη “κόκκος”, ως αναφορά στους καρπούς του, ενώ το επίθετο “laurifolius” οφείλεται στην μορφολογία των φύλλων του, τα οποία μοιάζουν σημαντικά με αυτά της δάφνης (Laurus nobilis).

Παρουσιάζει σημαντικές φαρμακολογικές δράσεις που έχουν διερευνηθεί σε πειραματικά μοντέλα. Εκχυλίσματα φύλλων, εμφανίζουν αγχολυτική και υπνωτική δράση σε ποντίκια, με αύξηση των κινήσεων σε ανοιχτούς χώρους και παρατεταμένη διάρκεια ύπνου σε πεντοβαρβιτάλη. Επιπλέον, παρουσιάζουν αντισπασμωδική και νευροπροστατευτική δράση, ενώ διατηρούν σημαντικά τη νευρωνική δομή και μειώνουν τον προγραμματισμένο θάνατο των κυττάρων (απόπτωση). Πράγματι, το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά στην Ινδία και άλλες περιοχές της Ασίας για τη διαχείριση νευρολογικών διαταραχών, υπέρτασης και μυοχαλαρωτικών εφαρμογών. Χρησιμοποιείται κατά βάση ως καλλωπιστικό φυτό σε κήπους, πάρκα και για την κάλυψη φραχτών, καθώς έχει ιδιαίτερα πυκνό φύλλωμα.

(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).

  • https://www.worldfloraonline.org
  • https://powo.science.kew.org/
  • De Candolle, A. P. (1818–1821). Regni vegetabilis systema naturale, sive ordines, genera et species plantarum secundum methodi naturalis normas digestarum et descriptarum. Sumptibus Sociorum Treuttel et Würtz.
  • Inubushi, Y., Furukawa, H., & Juichi, M. (1970). Alkaloids of the leaves of Cocculus laurifolius DC. II. The structure of erythroculine. Chemical and Pharmaceutical Bulletin, 18(10), 1951–1959. https://doi.org/10.1248/cpb.18.1951
  • Maqbool, S., & Younus, I. (2019). Anxiolytic and hypnotic effects of Cocculus laurifolius leaf extract in mice. Bangladesh Journal of Pharmacology, 14(1), 45–53. https://doi.org/10.3329/bjp.v14i1.38093
  • Maqbool, S., Younus, I., Sadaf, R., & Fatima, A. (2019). Neuro-pharmacological evaluation of anticonvulsant and neuroprotective activity of Cocculus laurifolius leaves in Wistar rats. Metabolic Brain Disease, 34(4), 991–999. https://doi.org/10.1007/s11011-019-00414-3
  • Muhammad, A., Zubaria, A., & Muhammad, F. S. (2017). Cocculus laurifolius: A rich antimicrobial, antioxidant and phytochemical source. Pakistan Journal of Botany, 49(1), 337–344.