Τροπικά και υποτροπικά δάση, θαμνώνες και γεωργικά τοπία. Το είδος ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών, και είναι ανθεκτικό στην ξηρασία.

(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)

Φυλλοβόλος θάμνος έως δέντρο μεσαίου μεγέθους, ύψους έως 12 m. Ο κορμός είναι γκρι-καφέ, με διάμετρο έως 40–50 cm και έχει χαρακτηριστικές ραβδώσεις. Τα φύλλα είναι απλά, κατ’ εναλλαγήν, ωοειδή έως ελλειπτικά, μήκους 7–15 cm, τραχιά στην αφή, με τριχίδια στην απαξονική πλευρά. Το ριζικό σύστημα είναι πασσαλώδες με ισχυρές πλευρικές ρίζες.

(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)

Άνθη μικρά, λευκά, ερμαφρόδιτα, που οργανώνονται σε κορύμβους. Η ανθοφορία πραγματοποιείται κατά την περίοδο Μαρτίου – Μαΐου. Ο καρπός του είδους κατηγοριοποιείται στις δρύπες. Είναι σφαιρικός, διαμέτρου 1–2 cm, αρχικά πράσινος και κολλώδης και κατά την ωρίμαση αποκτά κίτρινη-πορτοκαλί έως καφέ απόχρωση. Περιέχει 1 σπέρμα ανοιχτού καφέ χρώματος ανά καρπό.

Το είδος ξεχωρίζει για την ιδιαίτερα βλεννώδη σάρκα του καρπού του, χαρακτηριστικό που έχει οδηγήσει στην κοινή ονομασία “μυξιά”.

Η πρώτη καταγραφή του είδους έγινε το 1753 από τον Κάρολο Λινναίο στο έργο του “Species Plantarum”. Καλλιεργείται και χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα στη Νότια Ασία και Μέση Ανατολή για τους βρώσιμους και ιατρικούς καρπούς, ενώ μάλιστα αναφέρεται σε αρχαία ιατρικά κείμενα της Αγιουρβέδα (σύστημα παραδοσιακής ιατρικής που δημιουργήθηκε στην Ινδία πριν από περίπου 3.000 χρόνια) και της παραδοσιακής ιατρική της Περσίας.

Ιστορικά, οι καρποί και τα σπέρματα, καταναλώνονταν ως τροφή, ενώ φύλλα και φλοιός χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά για φαρμακευτικούς σκοπούς σε πολλές κουλτούρες. Στη Μαλαισία και στην Τανζανία εφαρμόζονταν για τη θεραπεία δερματικών παθήσεων και παρασιτικών λοιμώξεων, στην Αφρική για πληγές και έλκη, ενώ στις Κομόρες ο φλοιός χρησιμοποιούνταν για βελτίωση της επούλωσης οστικών τραυματισμών.

Οι σύγχρονες μελέτες υποστηρίζουν τη χρήση καρπών, φύλλων και φλοιού στην παραδοσιακή ιατρική, καθώς παρουσιάζουν αντιφλεγμονώδη, αντιδιαβητική, αντιπαρασιτική (έναντι του Leishmania infantum.) και αντιμικροβιακή δράση. Οι καρποί περιέχουν υψηλή συγκέντρωση λιπαρών οξέων, φαινολικών ενώσεων, αλκαλοειδών σαπωνινών και κουμαρινών, και σημαντικά ποσοστά σακχάρων. Το ξύλο των δέντρων χρησιμοποιείται επίσης για μικρές κατασκευές.

(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).

  • https://www.worldfloraonline.org
  • https://en.wikipedia.org
  • https://tropical.theferns.info
  • Al-Ati, T. (2011). Assyrian plum (Cordia myxa L.). In Postharvest biology and technology of tropical and subtropical fruits (pp. 116–126e). Woodhead Publishing. https://doi.org/10.1533/9780857092762.116
  • Al-Khafaji, S. A., Alsaadawi, M. A., Al-Yasari, A. M., & Al-Saadawe, M. A. (2021). Article review: Cordia myxa L.: The gift of the nature, a review. Basrah Journal of Agricultural Sciences, 34(2), 267–277. https://doi.org/10.37077/25200860.2021.34.2.20
  • Al-Snafi, A. E. (2016). The pharmacological and therapeutic importance of Cordia myxa—A review. IOSR Journal of Pharmacy, 6(6), 47–57.
  • Al-Snafi, A. E. (2024). Antiparasitic activities of medicinal plants: An overview. GSC Biological and Pharmaceutical Sciences, 27(2), 167–223. https://doi.org/10.30574/gscbps.2024.27.2.0184
  • Bhardwaj, V. (2024). Assyrian plum (Cordia myxa): A valuable ethnomedicinal plant. Journal of Pharmacology and Pharmaceutics, 1(1), Article 1001.
  • Jomard, E. F. (Ed.). (1811–1817). Description de l’Égypte: Ou, recueil des observations et des recherches qui ont été faites en Égypte pendant l’expédition de l’armée française. Antiquités. Planches (Vol. 2). Imprimerie Impériale.
  • Tutin, T. G., Heywood, V. H., Burges, N. A., Moore, D. M., Valentine, D. H., Walters, S. M., & Webb, D. A. (Eds.). (1964–1980). Flora Europaea (Vols. 1–5). Cambridge University Press.

Σε κάθε εποχή θα δεις

ΑΝΟΙΞΗ

Φύλλα
Άνθη

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Φύλλα
Άγουροι καρποί

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φύλλα
Ώριμοι καρποί

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Φύλλα