Χαρακτηρίζεται ως “Φανερόφυτο (P)” και το ενδιαίτημά του είναι “Κρημνοί, βράχοι, τοίχοι, χαράδρες, ογκόλι-θοι (C)” και “Ξερικά μεσογειακά φρύγανα και λιβάδια (P)”. Η συκιά ευδοκιμεί κατά κύριο λόγο σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία στις χαμηλές θερμοκρασίες. Ο παγετός δύναται να πλήξει τις προνύμφες που διαχειμάζουν στα σύκα της άγριας συκιάς, προκαλώντας έμμεση υποβάθμιση στην παραγωγή των εδώδιμων σύκων. Παρά την κλιματική της επιλεκτικότητα, το είδος χαρακτηρίζεται από μεγάλη προσαρμοστικότητα σε ποικίλους τύπους εδαφών.
(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)
Φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος ύψους έως 10 m, με πλατιά κόμη και κορμό γκρι – καφέ χρώματος, ελαφρώς τραχύ. Τα φύλλα διατάσσονται κατ’ εναλλαγή, είναι απλά, έμμισχα, μήκους 15-30 cm, τρίλοβα ή πεντάλοβα ανάλογα με την ποικιλία. Έχουν σκούρο πράσινο χρώμα και χαρακτηριστικό τρίχωμα στην απαξονική τους επιφάνεια (κάτω επιδερμίδα του φύλλου). Το ριζικό σύστημα φτάνει σε μικρό βάθος, όμως ανάλογα με τις εδαφικές συνθήκες, οι ρίζες μπορεί να εξαπλωθούν τόσο στον οριζόντιο, όσο και στον κατακόρυφο εδαφικό άξονα.
(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)
Υπάρχουν δύο τύποι συκιάς, η αρρενοσυκιά ή άγρια συκιά ή ορνός που είναι μόνοικο φυτό, δηλαδή φέρει στο ίδιο δέντρο αρσενικά και θηλυκά άνθη και η ημεροσυκιά που φέρει μόνο θηλυκά άνθη. Τα άνθη δεν είναι εμφα-νή, καθώς βρίσκονται μέσα στη δομή του νεαρού σύκου. Τα βρώσιμα σύκα προκύπτουν μόνο από ημεροσυκιά, μετά τη μεσολάβηση του επικονιαστή Blastophaga psenes (ψήνας), ενός εντόμου που περνάει το προνυμφικό στάδιο της ζωής του στα σύκα της αγριοσυκιάς τους χειμώνες. Τα θηλυκά άτομα, μετά την ενηλικίωσή τους, εξέρχονται από τα σύκα με σκοπό να εναποθέσουν κάπου τα αυγά τους. Η εναπόθεση πραγματοποιείται στα σύκα της ημεροσυκιάς, στα οποία μεταφέρουν και τη γύρη από τα αρσενικά άνθη της αγριοσυκιάς, γονιμοποιώ-ντας τα. Η επικονίαση αρχίζει από τα τέλη Μαΐου και ολοκληρώνεται στα τέλη του Ιουνίου, ενώ η καρποφορία πραγματοποιείται Ιούλιο και Αύγουστο.
Τα άνθη και οι καρποί τη συκιάς έχουν ενδιαφέρον. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν έχει δει συκιά ανθισμένη. Αυ-τό συμβαίνει γιατί τα πολυάριθμα, μικρά, λευκά άνθη της εμφανίζονται σε ταξιανθία, μέσα στο νεαρό σύκο. Οι καρποί που προέρχονται από τα άνθη αυτά είναι επίσης μικροσκοπικοί και πολυάριθμοι. Συνωστίζονται μέσα στο κοινό τους περίβλημα, το σύκο, συγκροτώντας μία ταξικαρπία. Ο κάθε καρπός περιέχει ένα σπέρμα καφέ απόχρωσης.
Στην Ελλάδα η συκιά έχει αρκετές ποικιλίες, αλλά 3 είναι οι κυριότερες. Η μία είναι η άγρια συκιά που ο καρπός της δεν είναι φαγώσιμος, αλλά είναι απαραίτητος για τη γονιμοποίηση των καρπών των βρώσιμων ποικιλιών που δεν έχουν καθόλου σχεδόν αρσενικά άνθη, όπως ήδη αναφέρθηκε. Η ποικιλία αυτή είναι ο γνωστός ορνός ή ορ-νιός, ο “ερινεός” των αρχαίων, και μάλιστα θα διαπιστώσουμε ότι εκεί που υπάρχουν καλλιεργούμενες συκιές υπάρχουν ανάμεσά τους, κατά διαστήματα, και τέτοια δένδρα. Εκτός από την άγρια συκιά υπάρχουν και η σμυρναϊκή και η κηπευτική ποικιλία. Η πρώτη δίνει εξαιρετικής γεύσης σύκα και μπορεί να καρποφορήσει δύο φορές τον χρόνο, ενώ η δεύτερη ακολουθεί έναν παρθενοκαρπικό κύκλο με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται επι-κονίαση (δεν είναι απαραίτητη η παρουσία ορνού). Καρποφορεί επίσης δυο φορές τον χρόνο.
Τα άγουρα σύκα και οι μίσχοι των φύλλων παράγουν μια λευκή γαλακτώδη ουσία, γνωστή ως “γάλα της συ-κιάς-συκόγαλα”, η οποία αξιοποιείται ευρέως στην παραδοσιακή ιατρική.
Η συκιά είναι ένα από τα πρώτα είδη που καλλιεργήθηκαν από τον άνθρωπο. Είναι το μόνο είδος του γένους Ficus που αυτοφύεται στις Μεσογειακές χώρες και είναι γνωστό από τους προϊστορικούς χρόνους. Στην περιοχή του Παρισιού βρέθηκαν απολιθώματα φύλλων και καρπών συκιάς από την Πλειστόκαινο εποχή της Τεταρτογε-νούς Περιόδου (πριν από περίπου 2.500 εκατομμύρια χρόνια). Αυτό πιστοποιεί ότι το φυτό υπήρχε ήδη από τα προϊστορικά χρόνια στην Ευρώπη. Το είδος εισήχθη για πρώτη φορά στην Καλιφόρνια από τους Ισπανούς το 1769.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, σε συκιά μεταμορφώθηκε, από τη μητέρα του, τη Γη, ο τιτάνας Συκεύς, προκειμένου να γλυτώσει από την οργή του Δία μετά την Τιτανομαχία. Οι θεοί δώρισαν τη συκιά στην πόλη των αρχαίων Αθηνών ενώ τα σύκα, οι ελιές και τα σταφύλια ήταν οι αγαπημένοι καρποί των Αθηναίων, και συνει-σέφεραν θεμελιωδώς στην ανθρώπινη ευημερία (κείμενα ψευδο-Αριστοτέλη). Τα σύκα μάλιστα ήταν τόσο περι-ζήτητα και ξακουστά που τα επιθυμούσαν ακόμη και οι Πέρσες. Απαγορευόταν αυστηρά η εξαγωγή του από την Αθήνα. Έτσι, εκείνη την εποχή, εμφανίστηκε και η λέξη “συκοφάντης” που αρχικά σήμαινε αυτόν που έναντι αδράς αμοιβής κατέδιδε όποιον έκανε κρυφά εξαγωγή σύκων. Αργότερα πολλοί έκαναν ψευδείς καταγγελίες, προκειμένου να εισπράξουν χρήματα, οπότε η λέξη πήρε το σημερινό της νόημα. Ο Θεόφραστος παραθέτει λε-πτομερείς περιγραφές της μορφής της συκιάς, καθώς και της παρουσίας των εντόμων που αναπτύσσονται στα σύκα, τα οποία είτε προέρχονται από το ίδιο το δέντρο είτε παράγονται από αυτό που ονόμαζε “κερασφόρο σκώ-ληκα”. Σημαντική είναι και η παρατήρηση της συνεργασίας άγριων και καλλιεργούμενων συκιών για την επίτευ-ξη ωρίμασης του καρπού μέσω των εντόμων, όπως περιγράφει ο Αριστοτέλης. Ο Πλίνιος δίνει πρακτικές οδηγίες για το κλάδεμα, την προστασία από ανέμους και τη διαχείριση των εδαφών, καθώς και συνταγές φαρμακευτι-κών παρασκευασμάτων από φύλλα (σε φαρμακευτικές αλοιφές), βλαστούς (οι οποίοι βράζονται σε ξίδι για θε-ραπευτικές χρήσεις) και ρίζες. Τέλος και ο Αριστοφάνης αναφέρεται στη χρήση του χυμού της συκιάς σε φαρ-μακευτικές συνταγές!
Ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο ξηρός καρπός της, που προέρχεται από φρυγική συκιά, θεωρείται «κληρονομιά της πατρίδας μας». Οι καρποί της συκιάς χρησιμοποιούνται επίσης για την παρασκευή τυριών, όπως το “τυρὸς ὀπί-ας”, που πήζει με χυμό συκιάς. Επιπλέον, η συκιά συνδέεται με την ανάπτυξη μανιταριών, όταν οι βλαστοί της φυτεύονται σε κοπριά και ποτίζονται με ρέοντα νερά, χωρίς να αφαιρείται ο μύκητας από τη ρίζα! Η μεγάλη οι-κονομική αξία των σύκων και την ύπαρξή τους σε περιοχές όπως η Αρμενία και το Ιράν, παρατίθενται από τον Στράβωνα και τον Πλίνιο.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Κροίσος δεν ξεκίνησε την εκστρατεία του κατά των Περσών γιατί, κατά την υπό-δειξη του Σανδάνη, αυτοί «δεν είχαν ούτε σύκα να φάνε». Οι Πέρσες όμως, σύμφωνα με τον Αιλιανό, εξεστρά-τευσαν, υπό τον Ξέρξη κατά των Ελλήνων, προκειμένου να αποκτήσουν εκτός των άλλων και τα πολυπόθητα σύκα της Αττικής. Στην “Ιλιάδα”, ο Όμηρος επαναλαμβάνει πολλές φορές την παρουσία της άγριας συκιάς σε σκηνές μάχης και δραματικών καταστάσεων: οι ήρωες τρέχουν «πέρα από την άγρια συκιά», ενώ στην “Οδύσ-σεια”, ο Λαέρτης αναγνωρίζει τον γιο του Οδυσσέα επειδή, ο τελευταίος, του υπενθύμισε τις σαράντα συκιές που εκείνος του είχε δωρίσει!
Η προφητική/μαντική δύναμη της συκιάς ήταν ξακουστή: Ο Απολλόδωρος παραθέτει ότι ο μάντης Κάλχας «ρω-τάει πόσα σύκα φέρει ένα άγριο δέντρο», ως μέρος του χρησμού του, ενώ στη Μεσσηνία ο Παυσανίας σημειώνει πως η συκιά φανερώνει την πτώση της πόλης στους εχθρούς. Γενικά, ο Πλίνιος μας πληροφορεί πως η εμφάνιση ξένων ή παράξενων φρούτων, όπως σύκα σε άγρια δέντρα, ερμηνευόταν ως σημάδι επερχόμενων γεγονότων, παράδοση που έφτασε και στα μετέπειτα ρωμαϊκά χρόνια, αφού κατά τη διάρκεια πολέμου, η εμφάνιση συκιάς σε ιερό σημείο προμήνυε πολιτικά ή στρατιωτικά γεγονότα.
Στη Ρώμη, ο Οβίδιος περιγράφει τη Ficus Ruminalis, τη συκιά κάτω από την οποία η θηλυκή λύκαινα έσωσε και θήλαζε τους Ρωμύλο και Ρέμο (ή Ρώμο), καθιστώντας το δέντρο ως σύμβολο σωτηρίας και θεϊκής προστασίας.
Ο Διοσκουρίδης, περιγράφοντας το άγριο σύκο, αναφέρει πως ο χυμός των φύλλων του χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του πόνου στα αυτιά (ωταλγία), ενώ η ρίζα του έχει ευρύτατες θεραπευτικές εφαρμογές: όταν το-ποθετείται ως κατάπλασμα με άλευρο κριθαριού (άλφιτο) βοηθά στην υποχώρηση παλαιών οιδημάτων, ενώ με τερεβινθίνη συμβάλλει στη διάνοιξη των φυμάτων. Επίσης, το αφέψημα της ρίζας σε ξύδι ανακουφίζει από την ποδάγρα, ενώ χρησιμοποιείται και ως διάλυμα για τον πονόδοντο ή ως έγχυμα για την ισχιαλγία. Τέλος, ο χυμός ή ο φλοιός της ρίζας θεωρείται ισχυρό καθαρτικό που αποβάλλει φλέγμα και χολή, όντας ιδιαίτερα αποτελεσμα-τικό για τους υδρωπικούς χωρίς να βλάπτει το στομάχι, εφόσον χορηγηθεί με κρασί για διάστημα τριών ημερών! Τα σύκα καταναλώνονται ωμά και αποξηραμένα, ενώ χρησιμοποιούνται και για την παρασκευή μαρμελάδας. Η συκιά βρίσκει επίσης εφαρμογή στην παραδοσιακή ιατρική, όπου ο γαλακτώδης χυμός της αξιοποιείται για την θεραπεία δερματικών παθήσεων, αλλά και στη θεραπεία στομαχικών παθήσεων και δυσκοιλιότητας, με την κατανάλωση σύκων.
(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).
- https://floranorthamerica.org
- https://www.worldfloraonline.org
- Dimopoulos, P., Raus, T., Bergmeier, E., Constantinidis, T., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist (Englera No. 31). Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. https://doi.org/10.3372/en.31
- Dioscorides, “De materia medica”, CLIV
- Duhamel du Monceau, M. (1801). Traité des arbres et arbustes qui se cultivent en France en pleine terre. Chez Didot ainé, Michel, et Lamy.
- Gallesio, G. (1820). Pomona italiana: Ossia trattato degli alberi fruttiferi contenente la descrizione delle migliori varietà dei frutti coltivati in Italia, accompagnato da figure disegnate e colorite sul vero. Presso Niccolò Capurro.
- Heldreich, T. von. (1925). Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς. Ιωάννης Δ. Κολλάρος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
- Ovidius, “Fasti”, 2.381
- Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 18.65.3, 17.43.1, 26.10.1, 34.133, 11.41.1, 12.23, 17.38.1, 2
- Αθήναιος, “Δειπνοσοφισταί”, 2.44,14.76. 2.57
- Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη”, e.6.3
- Αριστοτέλης, “Περί τα ζώα ιστορίαι” 5.32.4
- Ηρόδοτος, “Ιστορίαι”, βιβλίο Α′, Κλειώ, 71
- Θεόφραστος, “Περί φυτών Ιστορίαι”, 4.4.2, 4.14.4
- Όμηρος, “Ιλιάδα”, ΣΤ, στ.6.430
- Όμηρος, “Οδύσσεια”, ω, στ. 336–344
- Παυσανίας, “Ελλάδος Περιήγησις”, 20.2 – 21.10, 22.2
- Πύρρος, Δ. ο Θετταλός. (1838). Βοτανικὴ πρακτική: Προσηρμοσμένη εἰς τὴν ἰατρικὴν καὶ οἰκονομίαν. Τυπογραφείο Αγγέλου Αγγελίδου.
- Στράβων, “Γεωγραφικά”, 17.2
- Χριστοδουλάκης, Ν. Σ., & Γαργεράκη, Κ. Ε. (2023). Ιστορίες φυτών με άρωμα Ελλάδας (2η έκδ.). Broken Hill Publishers Ltd.
- Ψευδο-Αριστοτέλης “Περὶ Κόσμου”, 401a.
Στην Τέχνη
Η συκιά πιθανολογείται ότι έχει πρωτεύοντα ρόλο στην ιστορία του Αδάμ και της Εύας, καθώς η Εύα χρησιμο-ποίησε ένα “φύλλο συκής” για να καλυφθεί. Το είδος αναφέρεται πολλές φορές στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Σε πίνακες ζωγραφικής από τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού συχνά απεικονίζεται με τη μορφή συκιάς.
Ο βοτανικός Θεόδωρος Χελδράιχ, καταγράφει περίπου ποικιλίες με περίπου 50 δημώδεις ονομασίες, ήδη το 1926!














