Χαρακτηρίζεται ως “Φανερόφυτο (P)” και το ενδιαίτημά του είναι “Δασικές εκτάσεις και θαμνώνες (W)”. Αναπτύσσεται σε ξηρά, θερμά μεσογειακά οικοσυστήματα, συχνά σε λόφους, πλαγιές και παράκτιες περιοχές. Συχνά σχηματίζει καθαρά ή μικτά δάση με χαλέπιο πεύκη (Pinus halepensis), πουρνάρι (Quercus coccifera), κουμαριά (Arbutus unedo) και άλλα σκληρόφυλλα Μεσογειακά είδη. Είναι ανθεκτικό στην ξηρασία, με κώνους ανθεκτικούς στη φωτιά, που του επιτρέπουν να αποικίζει με επιτυχία ξηρές και καμένες περιοχές. Τα δάση που σχηματίζει το είδος εντάσσονται στον τύπο οικοτόπου της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ “Μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκων της Μεσογείου (9540)”.

(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)

Είναι αείφυλλο δέντρο με ύψος που φτάνει συνήθως τα 20 με 30m, ενώ σε ευνοϊκές συνθήκες μπορεί να ξεπεράσει τα 35 m. Ο κορμός του είναι σχετικά ευθύς, με διάμετρο έως και 1m, ενώ ο φλοιός στα νεαρά άτομα είναι λεπτός, πορτοκαλοκόκκινος και απολεπιζόμενος, και στα ώριμα δέντρα γίνεται παχύς, καστανός, με βαθιές επιμήκεις σχισμές και πλάκες. Η κόμη είναι κωνική στα νεαρά δέντρα και με την ηλικία αποκτά πιο πλατύ και ακανόνιστο σχήμα με ανοιχτά κλαδιά. Το ριζικό σύστημα ξεκινά ως πασσαλώδες που αποκτά ισχυρή διακλάδωση προσφέροντας σημαντική σταθερότητα. Τα φύλλα είναι βελονοειδή, σκληρά και τραχιά στην αφή, σε δεσμίδες των δύο (σπανιότερα τριών), μήκους 12–22 cm., σκουροπράσινα έως κιτρινοπράσινα, με οδοντωτές παρυφές και σπειροειδή διάταξη.

(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)

Είναι μόνοικο δέντρο με μονογενή άνθη, τα οποία εμφανίζονται την άνοιξη, κυρίως τον Απρίλιο και τον Μάιο. Τα αρσενικά άνθη σχηματίζουν κιτρινωπούς ίουλους, αρκετά μεγαλύτερους από εκείνους της χαλέπιας πεύκης, ενώ τα θηλυκά είναι σκουροκόκκινοι κωνίσκοι, μικρότεροι σε μέγεθος, που εμφανίζονται όρθιοι και μετά την επικονίαση γέρνουν προς τα κάτω. Οι κώνοι είναι ωοειδείς έως οξυκόρυφοι, χωρίς ποδίσκο, μήκους 5–12 m, και συνήθως εμφανίζονται ανά δύο ή τρεις σε σπονδύλους. Αρχικά έχουν πράσινο χρώμα και ωριμάζουν την τρίτη άνοιξη μετά την άνθιση, αποκτώντας λαμπερό κοκκινοκάστανο χρώμα. Ανοίγουν το καλοκαίρι ή έως δύο χρόνια αργότερα, ενώ συχνά ανοιχτοί κώνοι παραμένουν πάνω στα κλαδιά. Τα σπέρματα είναι γκριζοκάστανα, μεγαλύτερα και με σκληρότερο κέλυφος από της χαλεπίου πεύκης, μήκους περίπου 7 με 8 mm, και φέρουν πλατύ πτερύγιο μήκους 15 με 20 mm που διευκολύνει κυρίως τη διασπορά τους με τον άνεμο, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις συμβάλλουν και πουλιά, όπως ο πευκοτσοπανάκος (Sitta krueperi). Ο πολλαπλασιασμός του είδους πραγματοποιείται μέσω των σπερμάτων.

Έχει αποδειχθεί ότι οι θηλυκοί κώνοι της τραχείας πεύκης μπορούν να γονιμοποιηθούν από τη γύρη της χαλεπίου πεύκης δημιουργώντας υβρίδια. Για τον λόγο, αυτό στο παρελθόν η τραχεία πεύκη θεωρούνταν ποικιλία ή υποείδος της χαλεπίου. Το είδος αντιμετωπίζεται πλέον ως ξεχωριστό.

Η εξελικτική ιστορία των Mεσογειακών πεύκων συνδέεται με αρχαίους προγόνους που εμφανίστηκαν κατά το ύστερο Ιουρασικό ή το πρώιμο Κρητιδικό (163-145 εκατομ. χρόνια πριν) στην περιοχή της βορειοδυτικής Τηθύος. Με την πάροδο του γεωλογικού χρόνου, τα είδη αυτά διαφοροποιήθηκαν και εξαπλώθηκαν γύρω από τη Μεσόγειο θάλασσα, σχηματίζοντας τις σημερινές παράκτιες και νησιωτικές ομάδες πεύκων. Παλυνολογικές μελέτες γύρης από ιζήματα στη νοτιοδυτική Τουρκία δείχνουν ότι το είδος εγκαταστάθηκε δυναμικά σε ορισμένες περιοχές μετά τον 18ο αιώνα, αντικαθιστώντας άλλους τύπους βλάστησης, γεγονός που σχετίζεται κυρίως με μεταβολές στις κλιματικές συνθήκες, ιδιαίτερα στην κατανομή των βροχοπτώσεων. Μάλιστα και η φύτρωση των σπερμάτων του Pinus brutia εξαρτάται από τη στρατηγική προσαρμογής στο κλίμα της περιοχής προέλευσής του φυτού, με βέλτιστη θερμοκρασία τους 20°C.

Η τραχεία πεύκη ήταν γνωστή ως “πίτυς” (πετάννυμι, πίτ-νω=απλώνω, εκτείνω) στους αρχαίους Έλληνες, χωρίς ωστόσο να διαφοροποιείται στα διασωθέντα κείμενα η τραχεία με την χαλέπιο πεύκη. Αναφέρεται τόσο από τον Θεόφραστο όσο και από τον Πλίνιο. Το ειδικό επίθετο “brutia” του λατινικού ονόματος του φυτού σχετίζεται με την περιοχή Brutium της Καλαβρίας, όπου σχηματίζεται δάσος με το είδος αυτό, φυτεμένο από τη ρωμαϊκή εποχή. Στη μάχη του Μοναχικού Πεύκου (Lone Pine), η οποία διεξήχθη στην Καλλίπολη τον Αύγουστο του 1915 μεταξύ των αυστραλιανών και νεοζηλανδικών δυνάμεων (ANZAC) και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναφέρεται η παρουσία ενός μοναχικού δένδρου τραχείας πεύκης (Pinus brutia). Από το δέντρο αυτό ο στρατιωτικός T. McDowell συνέλεξε έναν κώνο, τα σπέρματα του οποίου μεταφέρθηκαν αργότερα στην Αυστραλία και δημιούργησαν νέα δένδρα που χρησιμοποιήθηκαν ως συμβολικά μνημεία για πεσόντες. Το αρχικό “Lone Pine” αποτελούσε τον μοναδικό επιζώντα από μια συστάδα πεύκων που είχαν προηγουμένως υλοτομηθεί από Οθωμανούς στρατιώτες, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως ξυλεία και κλαδιά για την κάλυψη των χαρακωμάτων τους. Το μοναχικό αυτό δένδρο χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ως στόχος για σκοποβολή και τελικά καταστράφηκε ολοσχερώς κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Γενικά περί πεύκου (ανεξαρτήτως είδους)…

Ο Πλίνιος παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του πεύκου, σημειώνοντας ότι τα φύλλα του είναι λεπτά και επιμήκη, σχεδόν σαν τρίχες, χωρίς να ξεχωρίζει τα είδη.

Ήταν το αγαπημένο δένδρο της Ρέας επειδή συμβόλιζε έναν σύνδεσμο μεταξύ ουράνιου και επίγειου κόσμου. Η Πίτυς αναφέρεται ως Ορειάδα Νύμφη, την οποία ερωτεύτηκαν τόσο ο θεός Πάνας όσο και ο θεός Βορέας (θεός του βορείου ανέμου). Όπως αφηγείται ό Νόννος ο Πανοπολίτης, ο Βορέας την κυνήγησε για να την πάρει από τον Πάνα, η Πίτυς αντιστάθηκε και την γκρέμισε από έναν βράχο. Τότε εμφανίστηκε ο Πάνας που τη μεταμόρφωσε σε ένα στιβαρό δένδρο. Πλέον, όταν φυσάει βοριάς, η Πίτυς ενθυμούμενη τον πόνο του της προκάλεσε ο Βορέας, «κλαίει» με δάκρυα ήλεκτρου. Είναι ένα πολύ διαδεδομένο φυτό, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Μάλιστα, ο Στράβων αποκαλεί τη νήσο Χίο “Πιτυοῦσσα” λόγω της πληθώρας των πεύκων που κάλυπταν το βόρειο τμήμα της, ενώ επίσης ονομάζονταν έτσι η Λάμψακος, η Χίος και η Σαλαμίνα. Με τον όρο Πιτυοῦσσαι αναφέρει επίσης τα νησιά Ίμπιζα και Φορμεντέρα της Ισπανίας. Η περιοχή των Ισθμίων Κορινθίας ήταν ξακουστή σε όλη την επικράτεια για τα δένδρα της πεύκης, και μάλιστα, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος η “Ισθμική πίτυς” ήταν περίφημη για την κατασκευή των τριηρών. Προσθέτει ότι η ρητίνη του πεύκου παρείχε απόλυτη στεγανοποίηση στο σκάφος κατά τον πλουν και για τον λόγο αυτό το πεύκο ήταν αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Στην περιοχή των Ισθμίων, διεξάγονταν οι πανελλήνιοι αγώνες, γνωστοί ως Ίσθμια, προς τιμήν του θεού Ποσειδώνος και συνεπώς, το έπαθλο για τους νικητές ήταν ένα στεφάνι (ή κλαδί) από πεύκο. Ο Παυσανίας, περιγράφει πως στην περιοχή αυτή τα πεύκα φτάνουν μέχρι τον αιγιαλό και παραθέτει μια ιστορία που ακουγόταν κατά παράδοση: στην ίδια περιοχή, αυτήν του Ισθμού, ζούσε ο ληστής Σίνις, ο επονομαζόμενος ως “Πιτυοκάμπτης”. Ο Σίνις όσους διαβάτες κατάφερνε να αιχμαλωτίσει τους έδενε σε δυο αντικριστά κλαδιά ενός πεύκου, τα οποία είχε λυγίσει προς τα κάτω. Όταν τα ελευθέρωνε, το σώμα του αιχμαλώτου διαμελιζόταν. Τον ληστή αυτόν εξόντωσε ο Θησέας, με τρόπο ίδιο με εκείνον που ο Σίνις εξόντωνε τα θύματά του (στο πεύκο εκείνο το οποίο συνάντησε και ο Παυσανίας!).

Στην τραγωδία “Μήδεια” του Ευριπίδη, η τροφός της, μονολογώντας έξω από το παλάτι της Κορίνθου, αναπολεί με απόγνωση τη στιγμή που η ξυλεία πεύκης του Πηλίου μετατράπηκε σε ναυπηγήσιμο υλικό. Εκφράζει την ευχή «να μην είχαν κοπεί ποτέ τα πεύκα στα δάση του Πηλίου για να γίνουν κουπιά στα χέρια των Αργοναυτών», καθώς αυτή η χρήση του ξύλου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της τραγωδίας· αν η Αργώ δεν είχε κατασκευαστεί, η Μήδεια δεν θα είχε εγκαταλείψει ποτέ την πατρίδα της, κυριευμένη από τον παράφορο έρωτά της για τον Ιάσονα και θα σκότωνε τα παιδιά της. Στην πεύκη του Πηλίου με την οποία κατασκευάστηκαν οι τριήρεις της Αργοναυτικής εκστρατεία αναφέρεται και ο Απολλόδωρος. Μάλιστα, οι Κένταυροι που ζούσαν στο Πήλιο, επιτίθενται στον Ηρακλή με ολόκληρα πεύκα που έχουν ξεριζώσει από τη γη και τα ρίχνουν ως όπλα εναντίον του (Διόδωρος).Έξω από τον ελλαδικό χώρο, η πίτυς ήταν επίσης ευρέως διαδεδομένη. Όπως αφηγείται ο Οδυσσέας στον βασιλιά Αλκίνοο, η αυλή της σπηλιάς του Κύκλωπα Πολύφημου (τοποθετείται πιθανώς στη σημερινή περιοχή της ΒΑ Σικελίας) ήταν γεμάτη δρύες και πεύκα.

Όμως, η πίτυς ήταν και ιερό δένδρο, σύμβολο και του Διονύσου, όπως αναφέρει ο Πλάτων. Μάλιστα στην κορυφή του θύρσου, που ήταν το ραβδί των Μαινάδων του Διονύσου και χρησιμοποιούνταν στα Διονυσιακά μυστήρια, υπήρχε ως έμβλημα το κουκουνάρι της πεύκης. Ο Πλούταρχος παραθέτει ότι ο οίνος, του οποίου προστάτης ήταν ο Διόνυσος, αν προερχόταν από «πιτυώδη χωρία» ήταν ιδιαιτέρως «ἡδύοινος» και μάλιστα «ὁ πισσίτης οἶνος» έχαιρε μεγάλης εκτίμησης των Ρωμαίων, ενώ στην περιοχή της Εύβοιας και της περιοχής του Πάδου, περιγράφεται η προσθήκη ρητίνης ως άρτυμα του οίνου. Ο στωικός φιλόσοφος Κορνούτος περιγράφει ότι ο θεός Πάνας στεφανωνόταν με πεύκο, επειδή ζούσε σε σπηλιές και βουνά και από τότε το πεύκο συνδέεται με τις θεότητες των βουνών και των δασών. Όμως, ένας από τους γνωστούς επίσης μύθους είναι η σύνδεση του πεύκου με τον Άττι, σύμφωνα με τον Οβίδιο. Ο Άττις ήταν ένας εξαιρετικά όμορφος νέος από τη Φρυγία, τον οποίο η Μεγάλη Μητέρα Θεά (Magna Mater) Κυβέλη ερωτεύτηκε και επέλεξε ως πιστό ακόλουθό της, επιβάλλοντάς του τον όρο της αιώνιας αγνότητας. Όταν όμως ο Άττις παραβίασε τον όρκο του και επιδίωξε να παντρευτεί μια νύμφη, η Κυβέλη, κυριευμένη από οργή, τον οδήγησε σε θεϊκή μανία κι αυτοτραυματίστηκε κάτω από ένα πεύκο. Μετά τον θάνατό του, η Κυβέλη θεώρησε το πεύκο ιερό, ως ένα μνημείο του Άττεως, ενώ η αειφυλλία του δένδρου αποτελεί σύμβολο της αιωνιότητας και της αθανασίας του αγαπημένου της. Μάλιστα, το γεγονός αυτό συνδέεται με τους “Ειδούς του Μαρτίου”. Κατά την ύστερη αυτοκρατορική περίοδο, οι Ειδοί αποτελούσαν την έναρξη μιας «ιεράς εβδομάδας» εορτών προς τιμήν της Κυβέλης και του Άττεως. Στις 22 Μαρτίου, η επίσημη τελετή του “Arbor intrat – Το Δέντρο εισέρχεται”, τιμούσε τον θάνατο του Άττεως κάτω από ένα πεύκο. Ένα ιερατικό σώμα, οι “δενδροφόροι”, έκοβαν κάθε χρόνο ένα δέντρο/πεύκο, κρεμούσαν από αυτό ένα ομοίωμα του Άττι και το μετέφεραν στον ναό της Μεγάλης Μητέρας με θρηνωδίες.

Αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό είδος στην Τουρκία και την Κύπρο, όπου καλλιεργείται εκτεταμένα για την παραγωγή ξυλείας και ρητίνης, αλλά και για αναδασώσεις, προστασία εδαφών και ανεμοφράκτες. Η ξυλεία της χρησιμοποιείται σε οικοδομές, βιομηχανία, ξυλουργικές κατασκευές, χαρτοπολτό και καυσόξυλα, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιείται ως καλλωπιστικό δέντρο σε πάρκα και κήπους θερμών και ξηρών περιοχών. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ρητίνη, η οποία στην Ελλάδα χρησιμοποιείται παραδοσιακά για την παραγωγή ρετσίνας, ενώ στην Τουρκία αξιοποιείται σε τοπικές θεραπείες για γαστρεντερικά προβλήματα, βήχα και δερματικές παθήσεις. Εξίσου αξιοσημείωτη είναι η συμβολή στην παραγωγή μελιού, καθώς το έντομο Marchalina hellenica που παρασιτεί στο πεύκο, εκκρίνει ένα σάκχαρο που συλλέγεται από τις μέλισσες και μετατρέπεται σε μέλι, το οποίο έχει μεγάλη διατροφική και φαρμακευτική αξία.

Στην παραδοσιακή ιατρική, διάφορα μέρη του φυτού, όπως οι βελόνες, ο φλοιός και οι κώνοι, χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση παθήσεων του αναπνευστικού συστήματος, ιδιαίτερα του άσθματος, καθώς και για δερματικά προβλήματα, ερεθισμούς των ματιών, του λαιμού και των αυτιών. Τα εκχυλίσματα του φλοιού και άλλων φυτικών τμημάτων είναι πλούσια σε φαινολικές ενώσεις και φλαβονοειδή (π.χ. κατεχίνη, ρεσβερατρόλη), τα οποία παρουσιάζουν έντονη αντιοξειδωτική δράση. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιούνται τόσο στην παραδοσιακή φυτοθεραπεία όσο και στη σύγχρονη βιομηχανία συμπληρωμάτων διατροφής, καθώς τα εκχυλίσματα του φλοιού έχουν παρόμοια σύσταση με το εμπορικό αντιοξειδωτικό εκχύλισμα “pycnogenol”. Επιπλέον, μελέτες έχουν δείξει ότι τα εκχυλίσματα του είδους εμφανίζουν αντιφλεγμονώδη δράση, αντιοξειδωτική και πιθανή αντικαρκινική δραστηριότητα, γεγονός που ενισχύει τη σημασία του ως φυσική πηγή βιοδραστικών ουσιών.

Οι ρητίνες του πεύκου (υγρές και ξηρές), όπως η ονομαστή “κολοφώνιος ῥητίνη”, από την περιοχή της Κολοφώνος της Μ. Ασίας, χρησίμευαν στην παρασκευή σιροπιών για χρόνιες πνευμονικές παθήσεις, ενώ η υγρή πίσσα αναδεικνύεται σε “πολυφάρμακο” της εποχής: χρησιμοποιούνταν ως αντίδοτο σε δηλητήρια, ως αντιφλεγμονώδες για τον λαιμό και τα αυτιά, αλλά και ως ισχυρό αντισηπτικό για την αντιμετώπιση δαγκωμάτων από ερπετά, έλκη, δερματικούς έρπητες και μολύνσεις.

Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη, το εμπορικό δίκτυο της ρητίνης εκτεινόταν σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο, με πολύτιμες ποικιλίες να μεταφέρονται από τη Γαλλία, την Τοσκάνη, την Κολοφώνα και τη Γαλατία των Άλπεων, ενώ οι πλέον εκλεκτές ξηρές ρητίνες εισάγονταν από τις Πιτυούσες νήσους (Ibiza και Formentera). Πέρα από τις ελαφρές κατασκευές, το ξύλο του πεύκου αξιοποιούνταν ευρέως για την κατασκευή πυρσών και τη φωταγώγηση, καθώς και σε στρατιωτικές εφαρμογές, όπως η χρήση εμπρηστικών υλικών κατά τη διάρκεια πολιορκιών. Αξιοσημείωτο είναι ότι η πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης, τον Δεκέμβριο του 1834, πραγματοποιήθηκε με τη χρήση δαδιών από πεύκο!

(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).

  • https://powo.science.kew.org/taxon/urn:lsid:ipni.org:names:677009-1
  • https://conifers.org/pi/Pinus_brutia.php
  • Biltekin, D., Schwamborn, G., Eriş, K. K., Acar, D., Ekberzade, B., Hashemi, Z., Yakupoğlu, N., Mohammadi, A., & Yetemen, Ö. (2022). A history of Pistacia lentiscus and Pinus brutia trees and their ecological changes in the Güllük Bay (Muğla, SW Turkey) during the last 400 years. Turkish Journal of Earth Sciences, 31(5), 438–451. https://doi.org/10.55730/1300-0985.1812
  • Chammam, A., Fillaudeau, L., Romdhane, M., & et al. (2024). Comparative analysis of Pinus halepensis, Pinus brutia, and Pinus pinea extracts: Chemical composition and in vitro bioactivities (Version 1) [Preprint]. Research Square. https://doi.org/10.21203/rs.3.rs-3822629/v1
  • Chammam, A., Romdhane, M., Fillaudeau, L., & Bouajila, J. (2024). Phytochemical Composition and Characterization of In Vitro Bioactivities from Pinus Using Green Process. Molecules29(22), 5295. https://doi.org/10.3390/molecules29225295
  • Cornutus, “De natura deorum et religione Graecorum” 50
  • Cretu, E., Karonen, M., Salminen, J. P., Mircea, C., Trifan, A., Charalambous, C., Constantinou, A. I., & Miron, A. (2013). In vitro study on the antioxidant activity of a polyphenol-rich extract from Pinus brutia bark and its fractions. Journal of Medicinal Food, 16(11), 953–961. https://doi.org/10.1089/jmf.2013.0050
  • Dimopoulos P., Raus Th., Bergmeier E., Constantinidis Th., Iatrou G., Kokkini S., Strid A. & Tzanoudakis D. 2013: Vascular plants of Greece: An annotated checklist. – Berlin: Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Athens: Hellenic Botanical Society. – Englera 31. https://doi.org/10.3372/en.31
  • Fisher, James T., Robert W. Neumann, and John G. Mexal. 1986. Performance of Pinus halepensis/brutia group pines in southern New Mexico. Forest Ecology and Management 16:403–410. doi.org/10.1016/0378-1127(86)90036-8.
  • Frankis, M. (1999). 367. Pinus brutia: Pinaceae. Curtis’s Botanical Magazine, 16(3), 173–184. https://doi.org/10.1111/1467-8748.00220
  • Gounari, S. 2006. Studies on the phenology of Marchalina hellenica (gen.)(Hemiptera: Coccoidea, Margarodidae) in relation to honeydew flow. Journal of Apicultural Research 45(1):8-12.
  • Houminer, Naomi, Joseph Riov, Menachem Moshelion, Yagil Osem, and Rakefet David-Schwartz. 2022. Comparison of morphological and physiological traits between Pinus brutia, Pinus halepensis, and their vigorous F1 hybrids. Forests 13(9):1477. doi.org/10.3390/f13091477.
  • Kaundun, S. S., B. Fady, and P. Lebreton. 1997. Genetic differences between Pinus halepensis, Pinus brutia and Pinus eldarica based on needle flavonoids. Biochemical Systematics and Ecology 25(6):553-562.
  • Klaus, W. (1989). Mediterranean pines and their history. Plant Systematics and Evolution, 162(1–4), 133–163. https://doi.org/10.1007/BF00936915
  • Lambert, A. B., Don, D., & Bauer, F. (1803–1824). A description of the genus Pinus: Illustrated with figures, directions relative to the cultivation, and remarks on the uses of the several species. J. White.
  • Nonnus, “Dionnysiaca”, ii 108
  • Ovid, “Fasti”, IV, 221-246
  • Ovid, “Metamorphōsēs” 10.86
  • Pantelas, V. 1986. The Forests of Brutia Pine in Cyprus. Options Méditerranéennes: Série Etudes, pp. 43–46.
  • Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 16.16.2, 23.74
  • Ross, L. (1863). Erinnerungen und Mittheilungen aus Griechenland [Memories and communications from Greece]. Gaertner. (Original work published 1863).
  • Singh, L., Dixit, P., Srivastava, R. P., Pandey, S., Verma, P. C., & Saxena, G. (2019). Ethnobotany and pharmacology of Pinus species growing naturally in Indian Himalayas: A plant review. Current Pharmaceutical Biotechnology, 20(15), 1281–1287.
  • Skordilis, Antonis, and Costas A. Thanos. 1995. “Seed Stratification and Germination Strategy in the Mediterranean Pines Pinus Brutia and P. Halepensis.” Seed Science Research 5 (3): 151–60. doi:10.1017/S0960258500002774.
  • Virgilius, “Georgica”, 2.420
  • Αινείας ο Τακτικός “Πολιορκητικά (ή Περὶ τοῦ πῶς χρὴ πολιορκουμένους ἀντέχειν)”, 35
  • Αμαλία, Βασίλισσα της Ελλάδος. (2011). Ανέκδοτες επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της, 1836-1853 (Μ. Μπούσε & Β. Μπούσε, Επιμ. & Μεταφρ., 2 τόμοι). Εστία.
  • Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη” 3.12.6
  • Ευρυπίδης, “Βάκχαι”, 99-120
  • Ευρυπίδης, “Μήδεια”, 1-10
  • Νίκανδρος,  “Αλεξιφάρμακα”,  300
  • Όμηρος, “Οδύσσεια”, ι, 186
  • Παυσανίας, “Ελλάδος περιήγησις”, 2 1.3, 1.4
  • Πλάτων, “Φαίδρος”, 69
  • Πλούταρχος, “Ηθικά, Συμποσιακά Α′, Ε′
  • Στέφη Α. (2018). “Η επίδραση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε πρότυπα βιολογικά συστήματα”. Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Βιολογίας, ΕΚΠΑ
  • Στράβων, “Γεωγραφικά”, 3.5.1, 9.1.4. 9.1.9.  13.1.18

Σε κάθε εποχή θα δεις

ΑΝΟΙΞΗ

Φύλλα, αρσενικοί κίτρινοι ίουλοι,
θηλυκοί σκουροκόκκινοι κωνίσκοι,
περσινοί κώνοι ακόμη άωροι

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Φύλλα, Νεαροί κώνοι (1ου και 2ου έτους),
ώριμοι κώνοι που ανοίγουν και απελευθερώνουν σπέρματα

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φύλλα, Νεαροί κώνοι σε ανάπτυξη (πράσινοι),
ώριμοι κώνοι ανοιχτοί πάνω στα κλαδιά, παλαιότεροι κώνοι ξυλώδεις

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Φύλλα, κλειστοί νεαροί κώνοι (1ου–2ου έτους),
ξηροί και ανοιχτοί ώριμοι κώνοι

Στην Τέχνη

Ο Θησέας που σκοτώνει τον Σίνι, οι Μαινάδες και ο Διόνυσος με τον θύρσο, καθώς και ο Πάνας με την Πίτυν, αποτελούν θέματα αναπαράστασης σε αρκετά αγγεία αρχαϊκής και κλασσικής εποχής καθώς και σε ρωμαϊκά αγάλματα και ψηφιδωτά. Ο πίνακας ζωγραφικής του Edward Calvert “Pan and Pithys” του 1850 και το ψηφιδωτό του 18ου αιώνα “Pan e la ninfa Pitys” απεικονίζουν την προσπάθεια της Πιτύος να απομακρύνει τον Πάνα. Το πεύκο, ως φυτό, έχει εμπνεύσει ζωγράφους όπως ο Βαν Γκογκ (“Pine Trees against an Evening Sky”, “Pine Trees with Figure in the Garden of Saint-Paul Hospital”) και o Henri Matisse (“The Large Pine”).