Είναι θερμόφιλο και είδος από τα πρώτα που εποικίζουν μια περιοχή. Χαρακτηρίζεται ως “Φανερόφυτο (P)” και το ενδιαίτημά του είναι “Δασικές εκτάσεις και θαμνώνες (W)”. Αναπτύσσεται σε ξηρές, ηλιόλουστες πλαγιές, ξέφωτα δασών, άκρες δρυοδασών, φαράγγια και ποτάμιες όχθες, κυρίως σε ασβεστολιθικά και πετρώδη εδάφη. Συναντάται σε θαμνώνες και αραιά δάση, σχηματίζοντας συχνά μωσαϊκό βλάστησης με άλλα θερμόφιλα είδη, από τις λοφώδεις περιοχές έως τα μεσαία ορεινά.
(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)
Είναι φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δέντρο, ύψους 2 έως 10 m (σπάνια έως 12 m), με κορμό που μπορεί να φθάσει σε διάμετρο τα 40 cm. Ο φλοιός του είναι γκριζοκάστανος, με φακοειδείς κηλίδες στα νεαρά κλαδιά, ενώ στα παλαιότερα τμήματα εμφανίζει ρηχά σκισίματα. Τα φύλλα είναι γυαλιστερά πράσινα, έχουν αδένες, φύονται κατ’ εναλλαγήν και έχουν μήκος 1,5 με 7 cm και πλάτος 1 με 4 cm. Το έλασμα είναι πλατύ ωοειδές έως σχεδόν καρδιοειδές με οξεία κορυφή, στρογγυλεμένη έως ελαφρά καρδιοειδή βάση και πριονωτό κράσπεδο. Ο μίσχος έχει μήκος 0,5 με 2 cm και συνήθως φέρει 1 ή 2 νεκτάρια, ενώ τα μικρά παράφυλλα αποπίπτουν νωρίς.
(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)
Είναι γυναικο-δίοικο είδος, με άτομα που φέρουν λειτουργικά ερμαφρόδιτα άνθη και άλλα με λειτουργικά θηλυκά μόνο άνθη. Τα άνθη εμφανίζονται την άνοιξη (Μάρτιος–Ιούνιος), είναι μικρά (1 με 1,5 cm), λευκά, εύοσμα. Η ταξιανθία είναι κόρυμβος με 3 έως 12 άνθη στις άκρες βλαστών. Η επικονίαση πραγματοποιείται κυρίως από μέλισσες και μύγες. Ο καρπός είναι δρύπη, στρογγυλός ή ωοειδής, διαμέτρου περίπου 0,8 με 1 cm, αρχικά πράσινος, που ωριμάζει σε σκούρο κόκκινο και τελικά σε μαύρο χρώμα κατά τους μήνες Ιούνιο με Σεπτέμβριο, με γεύση πικρή αλλά συχνά ευχάριστη. Το σπέρμα βρίσκεται μέσα σε λείο ξυλώδες ενδοκάρπιο. Η διασπορά των σπερμάτων γίνεται κυρίως με πτηνά (π.χ. κοτσύφια και τσιροβάκοι), τα οποία τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά από τους καρπούς την περίοδο της ωρίμασης και μεταφέρουν τους σπέρματα σε κατάλληλους βιότοπους.
Μπορεί να διαχωριστεί από τα άλλα είδη του ίδιου γένους (κερασιά, δαμασκηνιά κ.ά.) από τους καρπούς του, οι οποίοι είναι πολύ μικρότεροι και πικροί, αλλά και από το μικρότερο συγκριτικά ύψος του ώριμου φυτού.
Το είδος αναφέρεται σε πρώιμα γραπτά των Σουμερίων ως “halub”, που καταγράφεται ότι έχει ανθεκτικό σκληρό ξύλο με καρπούς και φύλλα γνωστά για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες, και σχετίζεται με τη θεά Inana. Σε Ισλαμικά γραπτά αναφέρεται στο βιβλίο του Ibn Al-Awwam για τη γεωργία, του 12ου αιώνα, όπου περιγράφεται ο τρόπος καλλιέργειάς του. Το ξύλο του “khalupp”, το οποίο ευλόγως ταυτίζεται με το P. mahaleb, εισαγόταν στη Μεσοποταμία από περιοχές όπως η Gubbin, η Makan και η Meluhha, γεγονός που υποδηλώνει την ένταξη του Prunus mahaleb στα ευρύτατα εμπορικά δίκτυα της 3ης και 2ης χιλιετίας π.Χ., παρά το ότι το είδος απαντάται σε μεγάλο τμήμα της Ευρασίας. Η ανάγκη εισαγωγών πιθανότατα σχετίζεται με την αβέβαιη τοπική διαθεσιμότητά του: η γεωγραφική εξάπλωση ενός φυτού δεν αντανακλά τη συχνότητά του, ενώ η χλωρίδα της Δυτικής Ασίας μεταβλήθηκε δραστικά λόγω καλλιεργητικών πρακτικών και εκτεταμένης αποψίλωσης, που ήδη στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. είχε υποβαθμίσει τα ιθαγενή δάση. Έτσι, το P. mahaleb μπορεί να ήταν σπάνιο τοπικά, ακόμη κι αν απαντούσε σε ευρύτερη περιοχή, και οι αναφορές σε καλλιέργειά του σε κήπους πιθανώς αντικατοπτρίζουν αυτή τη σπανιότητα.
Έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως ως υποκείμενο για εμβολιασμό από συγγενικά είδη, όπως οι κερασιές Prunus cerasus και Prunus avium, λόγω της αντοχής του στον παγετό, ενώ αποτελεί και γενετικό συγγενή της αμυγδαλιάς, της ροδακινιάς, της νεκταρινιάς και της δαμασκηνιάς. Παρόλο που το προυσικό οξύ,πρόδρομη ουσία του υδροκυανίου, εντοπίζεται σε πολλά είδη του γένους Prunus, το P. mahaleb παρουσιάζει χαμηλότερες συγκεντρώσεις αυτού. Αντιθέτως, είναι πλούσιο σε ουσίες με φαρμακολογική δράση, όπως η κουμαρίνη, γεγονός που δικαιολογεί την ευρεία χρήση του στη διατροφή, την ιατρική και την αρωματοποιία. Τα σπέρματά του αναδίδουν ένα έντονο άρωμα με γεύση που θυμίζει πικραμύγδαλο. Χρησιμοποιούνται εδώ και αιώνες στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή ως καρύκευμα, το γνωστό μαχλέπι, κυρίως στη ζαχαροπλαστική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα χρήσης του στο τσουρέκι (çörek). Η θεραπευτική παράδοση συγγενικών ειδών είναι παλαιά: ήδη ο Διοσκουρίδης αναφέρει ιδιότητες αγριοκερασιάς για στομαχικές παθήσεις, ενώ ο Γαληνός, επισημαίνει τη στυπτικότητά τους. Το φυτό καλλιεργείται επίσης ως καλλωπιστικό για τα εύοσμα άνθη του, ενώ ο φλοιός, το ξύλο και τα σπέρματά του περιέχουν κουμαρίνη, ουσία με αντιφλεγμονώδεις, ηρεμιστικές και αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες. Το σκληρό ξύλο του χρησιμοποιείται στην ξυλογλυπτική και στην κατασκευή μικροαντικειμένων, ενώ από τους καρπούς του μπορεί να παραχθεί βαφή. Λόγω του εκτεταμένου ριζικού του συστήματος συμβάλλει στον έλεγχο της διάβρωσης και χρησιμοποιείται για αναδασώσεις και δημιουργία ανεμοφραχτών.
(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).
Δεν υπάρχουν αναφορές σε γνωστά έργα τέχνης, αν και αναφέρεται σε γεωργικά κείμενα του 12ου αιώνα και πιο πρόσφατες βοτανικές απεικονίσεις του 19ου αιώνα.
- https://en.wikipedia.org/wiki/Prunus_mahaleb
- https://powo.science.kew.org/taxon/urn:lsid:ipni.org:names:729931-1
- Blando, F., Albano, C., Liu, Y., Nicoletti, I., Corradini, D., Tommasi, N., Gerardi, C., Mita, G., & Kitts, D. D. (2016). Polyphenolic composition and antioxidant activity of the under-utilised Prunus mahaleb L. fruit. Journal of the Science of Food and Agriculture, 96(8), 2641–2649. https://doi.org/10.1002/jsfa.7381
- Dimopoulos, P., Raus, Th., Bergmeier, E., Constantinidis, Th., Iatrou, G., Kokkini, S., Strid, A., & Tzanoudakis, D. (2013). Vascular plants of Greece: An annotated checklist. Botanic Garden and Botanical Museum Berlin-Dahlem; Hellenic Botanical Society. (Englera 31). https://doi.org/10.3372/en.31
- Duke, J. A. (2004). Dr. Duke’s phytochemical and ethnobotanical databases. Agricultural Research Service, Germplasm Resources Information Network.
- Grant, M. (2000). Galen on food and diet. Routledge.
- Lane, E. W. (1863). An Arabic-English lexicon (Book 1, Part 1). Williams and Nargate.
- Miller, N. F. (1997). The macrobotanical evidence for vegetation in the Near East, c. 18,000/16,000 BC to 4,000 BC. Paléorient, 23(2), 197–207. https://doi.org/10.3406/paleo.1997.4651
- Miller, N. F., & Gadotti, A. (2009). The KHALUB-tree in Mesopotamia: Myth or reality? In A. S. Fairbairn & E. Weiss (Eds.), From foragers to farmers: Gordon C. Hillman festschrift (pp. 239–243). Oxbow Books.
- Patton, C. A., Ranney, T. G., Burton, J. D., & Walgenbach, J. F. (1997). Natural pest resistance of Prunus taxa to feeding by adult Japanese beetles: Role of endogenous allelochemicals in host plant resistance. Journal of the American Society for Horticultural Science, 122(5), 668–672. https://doi.org/10.21273/JASHS.122.5.668
- Popescu, I., & Caudullo, G. (2016). Prunus mahaleb in Europe: Distribution, habitat, usage and threats. In J. San-Miguel-Ayanz, D. de Rigo, G. Caudullo, T. Houston Durrant, & A. Mauri (Eds.), European atlas of forest tree species. Publication Office of the European Union. https://ies-ows.jrc.ec.europa.eu/efdac/download/Atlas/pdf/Prunus_mahaleb.pdf
- Γαληνός, “De alimentorum facultatibus”, 2
- Διοσκουρίδης, “De materia medica”, CLVII
Σε κάθε εποχή θα δεις
ΑΝΟΙΞΗ
Νέοι βλαστοί και φύλλα,
άνθη
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Ώριμα φύλλα,
καρποί
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Κιτρίνισμα φύλλων
και φυλλόπτωση
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Γυμνά κλαδιά




