Αναπτύσσεται σε θερμές, ξηρές και ερημικές περιοχές. Απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού, για αυτό και φύεται τυπικά σε οάσεις.
(ύψος, φυλλόταξη, σχήμα φύλλου, ριζικό σύστημα)
Είναι αργά αναπτυσσόμενο αείφυλλο φοινικόδεντρο που μπορεί να φθάσει ύψος 20 έως 30 m, με λεπτό κυλινδρικό κορμό γκριζοκάστανου χρώματος, ο οποίος φέρει τα χαρακτηριστικά ίχνη από τις βάσεις των παλαιών φύλλων. Το ριζικό του σύστημα είναι εκτεταμένο και ινώδες, με δυνατότητα να παράγει περισσότερους από έναν βλαστούς από το ίδιο ριζικό σύστημα και με παρουσία πνευματωδών δομών που διευκολύνουν την αεριοανταλλαγή. Η κόμη του σχηματίζεται στην κορυφή του κορμού και έχει διάμετρο 6 έως 10 m, αποτελούμενη από 20 έως 40 μεγάλα φύλλα που σχηματίζουν σφαιρικό έως ημισφαιρικό θόλο. Τα φύλλα είναι σύνθετα, πτεροειδή και φθάνουν σε μήκος τα 5,5 έως 6 m, με μίσχο που φέρει αγκάθια στη βάση, ενώ φέρουν περίπου 150 φυλλάρια το καθένα, μήκους 30 έως 60 cm και πλάτους περίπου 2 cm. Τα φυλλάρια είναι σκληρά, δερματώδη και έχουν χαρακτηριστικό ασημοπράσινο χρώμα. Η χουρμαδιά μπορεί να ζήσει περισσότερο από 100 χρόνια, αντέχει σε θερμοκρασίες έως –10 °C, και απαιτεί έντονο φως και επάρκεια νερού για την ανάπτυξή της.
(περίοδος άνθησης, άνθη, σπέρματα)
Είναι δίοικο φυτό, με ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά άτομα. Στη φύση η επικονίαση γίνεται με τον άνεμο, ωστόσο στις παραδοσιακές οάσεις και στις σύγχρονες εμπορικές καλλιέργειες εφαρμόζεται συστηματικά χειρωνακτική επικονίαση, για μεγαλύτερη απόδοση. Τα άνθη εμφανίζονται σε σπάδικες που αναπτύσσονται στις μασχάλες των φύλλων της προηγούμενης χρονιάς στα μέσα της άνοιξης. Τα αρσενικά άνθη είναι μικρά, λευκά έως υποκίτρινα και πλούσια σε γύρη, ενώ τα θηλυκά άνθη είναι επίσης μικρά αλλά πιο σφαιρικά και πράσινα. Οι καρποί, γνωστοί ως χουρμάδες, είναι ωοειδείς έως κυλινδρικοί, μήκους 3–7 cm και διαμέτρου περίπου 2–3 cm. Ανάλογα με την ποικιλία, κατά την ωρίμαση αποκτούν χρώμα που κυμαίνεται από λαμπερό κόκκινο έως ζωηρό κίτρινο, ενώ στην τελική ώριμη μορφή τους μπορεί να είναι καστανοί έως σκούροι καφέ. Στο εσωτερικό τους φέρουν ένα μόνο σπέρμα, ατρακτοειδούς μορφής, μήκους 2–2,5 cm και πάχους 6–8 mm, με σκληρό ενδοκάρπιο. Αν και η χουρμαδιά μπορεί να πολλαπλασιαστεί από σπέρματα, μόνον περίπου το 50% των φυταρίων είναι θηλυκά και ικανά να παράγουν καρπούς, οι οποίοι μάλιστα συχνά είναι μικρότεροι και χαμηλότερης ποιότητας σε σύγκριση με τις καλλιεργούμενες ποικιλίες. Για τον λόγο αυτό, οι περισσότερες εμπορικές φυτείες χρησιμοποιούν αγενή πολλαπλασιασμό με παραφυάδες ή μοσχεύματα από παραγωγικές ποικιλίες, που εξασφαλίζουν καλύτερη ποιότητα καρπών και πρωιμότερη καρποφορία κατά 2–3 χρόνια σε σχέση με τα σποριόφυτα.
Τα ώριμα δέντρα μπορούν να παράγουν 70 με 140 κιλά χουρμάδων ανά περίοδο συγκομιδής!
Τα απολιθωμένα αρχεία δείχνουν ότι το φυτό απαντάται εδώ και τουλάχιστον 50 εκατομμύρια χρόνια, ενώ υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα για την καλλιέργεια χουρμάδων σε έναν Νεολιθικό πολιτισμό του δυτικού Πακιστάν, γύρω στο 7.000 π.Χ. καθώς και στην Αραβία το 6.000 π.Χ.
Στην αρχαία Ελλάδα, ο Ευριπίδης, μας πληροφορεί ότι η Λητώ γεννά τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, κάτω από τους κλώνους ενός φοίνικα και μιας δάφνης, που υψώθηκαν ως ιερά σημάδια της θεϊκής γέννας. Στην Οδύσσεια, κατά τη συνάντηση της Ναυσικάς με τον Οδυσσέα, ο τελευταίος παρομοιάζει τη νεαρή κοπέλα με το ευθύτατο βλαστάρι μιας φοινικιάς που είχε δει κάποτε να υψώνεται δίπλα στον βωμό του Απόλλωνα στη Δήλο. Ο Ηρόδοτος επισημαίνει ότι σε νησιά με ιερά του Απόλλωνα, φυτεύονταν φοίνικες και άλλα δέντρα, καρποφόρα και μη, ενώ οι κάτοικοι αξιοποιούσαν τον φοίνικα ακόμη και για δημιουργία ενδυμάτων. Ο Παυσανίας, περιγράφει στους Δελφούς έναν εντυπωσιακό χάλκινο φοίνικα, που υποστήριζε ένα χρυσό άγαλμα της θεάς Αθηνάς, ως ανάθημα των Αθηναίων που στήθηκε μετά τη νικηφόρο, διπλή μάχη του Ευρυμέδοντα (~466 π..Χ), ενάντια στους Πέρσες.
Οι φυτείες φοινίκων στην Ιουδαία και στην Αίγυπτο, σημειώνονται από τον Πλίνιο, ενώ ο Στράβων συγκρίνει την ποιότητα των φοινίκων και σημειώνει πως αυτοί γύρω από το Δέλτα και την Αλεξάνδρεια θεωρούνται κατώτερης ποιότητας, ενώ η καλύτερη ποικιλία εντοπίζεται στις Θήβες. Ο Θεόφραστος, περιγράφοντας τον φοίνικα, κάνει ιδιαίτερη μνεία στη βασιλική ποικιλία της Βαβυλώνας. Σημειώνει ότι το δέντρο ευδοκιμεί σε αλμυρά και άνυδρα εδάφη, έχοντας τη δυνατότητα να καρποφορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρατηρεί, ωστόσο, ότι η αποκοπή της κορυφής του προκαλεί τον μαρασμό του, ενώ επισημαίνει πως η μεταφύτευση σε νέες περιοχές —όπως συνέβη στη Ρόδο— ενδέχεται να μειώσει την παραγωγικότητά του. Οι στρατιώτες στα μέρη της Μεσοποταμίας αγόραζαν κρασί από χουρμάδες και διέσχιζαν τον Ευφράτη πάνω σε σχεδίες φτιαγμένες από φοίνικες, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα. Στην Ιωνία, ο Στράβων αναφέρει ιερό άλσος φοινίκων δίπλα στον ναό του Απόλλωνα, ενώ κατά μήκος των ανατολικών Μεσογειακών ακτών, συναντώνται εκτεταμένες φυτείες από φοίνικες, μαζί με ελιές και δάφνες. Ο Ρωμαίος συγγραφέας Κικέρων σημειώνει πως οι Αθηναίοι μέχρι εκείνη την εποχή, έδειχναν την “αθάνατη” φοινικιά της Δήλου, την ίδια που είδε κι ο Οδυσσέας! Ο φοίνικας όμως στη Ρώμη είναι και οιωνός· θεωρήθηκε καλό σημάδι όταν φοίνικες φύτρωσαν γύρω από ναό θεάς που είχε μόλις επιστρέψει από μακρινή τελετή. Ακόμη και ο Ιούλιος Καίσαρας, κόβοντας ένα δάσος, διέταξε να σωθεί ένας μοναδικός φοίνικας, ως καλός οιωνός. Η παράδοση συνεχίζεται και στον ύστερο αρχαίο και μεσαιωνικό κόσμο. Εκτεταμένα άλση φοινίκων περιγράφονται στη Μεσοποταμία, ενώ ο Προκόπιος σημειώνει περιοχές όπου τίποτε άλλο δεν αναπτύσσεται παρά μόνο φοίνικες, «σαν να έχει η γη επιλέξει ένα και μόνο είδος για να το μεγαλώσει». Στη χριστιανική θρησκεία, κατά την είσοδο του Ιησού στην Ιερουσαλήμ, οι άνθρωποι τον υποδέχονται με κλαδιά φοινίκων, αναγνωρίζοντάς τον ως βασιλιά και σωτήρα. Μάλιστα, τα φύλλα του φυτού χρησιμοποιούνται κατά την Κυριακή των Βαΐων, ως ανάμνηση του γεγονότος. Στην Αποκάλυψη, διαβάζουμε ότι «το πλήθος των σωσμένων από κάθε έθνος στέκεται μπροστά στον θρόνο του Θεού κρατώντας φοίνικες της νίκης». Το δέντρο καλλιεργούνταν σε μεγάλο βαθμό ως πηγή τροφής στο αρχαίο Ισραήλ, όπου αναπτύχθηκε ο Ιουδαϊσμός και στη συνέχεια ο Χριστιανισμός, έτσι οι χουρμάδες αναφέρονται περισσότερες από 50 φορές στη Βίβλο και 20 φορές στο Κοράνι.
Στον Εθνικό Κήπο, η βασίλισσα Αμαλία, έφερε τρεις φοίνικες από την Ίο, σε μια… “περιπέτεια” περίπου 4 μηνών για τον εξωτερικό διάκοσμο. Σήμερα, οι φοίνικες αυτοί δεν υπάρχουν. Έχουν αποτυπωθεί όμως σε γκραβούρα του 1877.
Η βασίλισσα Αμαλία ήθελε η ίδια να την θυμούνται ως η “βασίλισσα των φοινίκων”. Μάλιστα, όπως περιγράφει στις επιστολές που στέλνει στον πατέρα της, σε ορισμένες έχει δώσει και όνομα (καταγράφει την «Ασλάουγκας» – Το όνομα μάλλον παραπέμπει πιθανότατα στη μυθική βασίλισσα της Σκανδιναβίας, από το έργο του Friedrich de la Motte Fouqué, μια φιγούρα που συνδυάζει την ευγένεια με τη μοναξιά).
Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη, ο φοίνικας καλλιεργείται στην Αίγυπτο, όπου οι καρποί του συλλέγονται στα μέσα του καλοκαιριού, όταν φτάνουν στην πλήρη ωριμότητά τους. Οι καρποί αυτοί είναι στυφοί και στυπτικοί και όταν καταναλώνονται με δυνατό κρασί, είναι αποτελεσματικοί κατά της διάρροιας και της γυναικείας αιμορραγίας (έμμηνος ρύση). Χρησιμεύουν επίσης για την αντιμετώπιση αιμορροΐδων και επουλώνουν τραύματα όταν εφαρμόζονται ως κατάπλασμα. Το αφέψημα των θηβαϊκών φοινίκων ανακουφίζει από τον καύσωνα. Σήμερα, οι καρποί που έχουν επίσης υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα και καταναλώνονται ευρέως ως γλυκίσματα ή ως συστατικά ζαχαροπλαστικής. Τα σπέρματα του είδους μουλιάζονται και αλέθονται για κατανάλωση ως ζωοτροφές. Το έλαιό τους είναι κατάλληλο για χρήση σε καλλυντικά και δερματολογικές εφαρμογές. Το ξύλο του φοίνικα είναι ανθεκτικό, μπορεί να στηρίξει βάρη και χρησιμοποιείται για δοκούς, πρόχειρες γέφυρες, κατασκευές, γλυπτά και θρησκευτικά αντικείμενα, στους ιστορικούς χρόνους (Στράβων, Ξενοφών, Αιλιανός, Αύλος Γέλλιος, Πλίνιος). Η φοινικιά παρέχει επίσης τροφή, οίνο, ξίδι, αλεύρι και υφαντά. Σε δέντρα με χαμηλή καρποφορία μπορεί να γίνει εξαγωγή του χυμού τους, ο οποίος μπορεί να καταναλωθεί φρέσκος ή να υποστεί ζύμωση ή απόσταξη. Στη Βόρεια Αφρική, τα φύλλα χρησιμοποιούνται συνήθως για την κατασκευή κατοικιών ή σε αντικείμενα, όπως χαλιά, σίτες, καλάθια και βεντάλιες. Τα επεξεργασμένα φύλλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μονωτικές σανίδες, ενώ οι αποξηραμένοι μίσχοι των φύλλων αποτελούν πηγή πολτού κυτταρίνης, που χρησιμοποιείται για μπαστούνια πεζοπορίας, σκούπες, πλωτήρες ψαρέματος και καύσιμα. Τέλος, το είδος συντελεί στη φυτοαποκατάσταση περιοχών της Μεσογείου με υψηλή αλατότητα εδάφους, καθώς μπορεί να αναπτυχθεί αποτελεσματικά σε αυτές τις συνθήκες. Ο φοίνικας συνδέεται με πολιτιστικές και θρησκευτικές πρακτικές, χρησιμοποιείται σε αφιερώματα και μουσικά όργανα, και στη βυζαντινή ιστοριογραφία συμβολίζει βασιλική αντοχή και αναγέννηση (Πλούταρχος, Αθήναιος, Νικήτας Χωνιάτης).
(Σημείωση: Οι εθνοβοτανικές πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακευτικές χρήσεις των φυτών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και η εφαρμογή τους να γίνεται αποκλειστικά υπό ιατρική καθοδήγηση).
- https://en.wikipedia.org/wiki/Date_palm
- https://powo.science.kew.org/taxon/urn:lsid:ipni.org:names:668912-1
- 2 Chronicles 3:5
- Cicero, De Legibus 1.2
- Dio Cassius, Histories 48.43.5
- Dioscorides, “De materia medica”, CXLIII.
- Duhamel du Monceau, H.-L. (1755). Traité des arbres et arbustes qui se cultivent en France en pleine terre. Chez H.L. Guerin & L.F. Delatour.
- Eichberger, C., Sigl, M., & Rühfel, H. (2007). Trees and shrubs on classical Greek vases. Bocconea, 21, 117–130.
- Marinatos, S. (1973). Kreta, Thera und das mykenische Hellas. Hirmer.
- Plinius secundus, “Naturalis Historia”, 5.70, 5.73, 16.48.1, 13.6.1
- Procopius, “History of the Wars”, 1.19.7
- Suetonius, “Lives of the Caesars”, Aug.94.8
- Virgilius, “Georgica” 4.8
- Zohary, D. & Hopf, M. 2000: Domestication of plants in the Old World. – Oxford.
- Zohary, D., & Hopf, M. (2000). Domestication of plants in the Old World. Oxford University Press.
- Αποκάλυψη, 7:9
- Ευριπίδης, “Εκάβη”, στ. 443
- Ηρόδοτος, “Ιστορίαι”, 2.156, 4.43
- Θεόφραστος, “Περί φυτών Ιστορίαι”, 2.6.7, 3.13.7, 2.6.10, 4.14.7, 4.16.1
- Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, 12:13
- Μπούσε, Β., & Μπούσε, Μ. (2011). Ανέκδοτες επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της, 1836-1853 (Τόμος Β΄). Εστία.
- Ξενοφών, “Ἀνάβασις” 1.5.10
- Όμηρος, “Οδύσσεια”, στ. 160
- Παυσανίας “Ελλάδος Περιήγησις”, 10.15.4
- Πλούταρχος,, Συμποσιακῶν προβλημάτων, 724a–d.
- Πύρρος, Δ. (1838). Βοτανικὴ πρακτική: Προσηρμοσμένη εἰς τὴν ἰατρικὴν καὶ οἰκονομίαν. Τυπογραφείο Αγγέλου Αγγελίδου.
- Στράβων, “Γεωγραφικά”, 14.1.35, 16.4.14, 17.1.51 16.48.1, 6.161, 15.2.5
- Χωνιάτης Νικήτας (Ακομινάτος) Χρονική Διήγησις, 163, 164, 446
Σε κάθε εποχή θα δεις
ΑΝΟΙΞΗ
Φύλλα, Άνθη, Έναρξη Καρπόδεσης
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Φύλλα, Ανώριμοι καρποί
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Φύλλα, Ώριμοι καρποί
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Φύλλα
Στην Τέχνη
Οι απεικονίσεις του φοίνικα εμφανίζονται ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ. στην κρητομινωική και μυκηναϊκή τέχνη, ως στοιχείο τελετουργικών διαδικασιών. Σε κρατήρα του 400 π.Χ., ο Απόλλων συναντά τον Διόνυσο, με έναν φοίνικα ανάμεσά τους, ενώ σε αρχαϊκή λήκυθο, εμφανίζεται ο Απόλλων κρατώντας τη λύρα του και η Άρτεμις με το τόξο και τη φαρέτρα της και ανάμεσά τους ο φοίνικας. Στην Αγία Σοφία, στην Κωνσταντινούπολη, τα κιονόκρανα είναι σκαλισμένα με φύλλα φοίνικα μαζί με φύλλα ακάνθου. Παρόμοια διακόσμηση αναφέρεται και στον Ναό του Σολομώντα, όπου χρυσοποίκιλτες παραστάσεις φοινίκων στολίζουν τον κεντρικό χώρο. Το είδος έχει αναγνωριστεί σε τοιχογραφίες από την Πομπηία και άλλες περιοχές στην Ιταλία. Επίσης απεικονίζεται στο έμβλημα της Σαουδικής Αραβίας που αποτελείται από δύο σταυρωμένα σπαθιά με έναν φοίνικα. Ο φοίνικας συμβολίζει την ανάπτυξη, τη ζωντάνια και την ευημερία. Το 1866, ο Joseph Strauß, συνέθεσε το βαλς “Friedenspalmen”(φοίνικες της ειρήνης), με αφορμή τη λήξη του Αυστρο-Πρωσικού πολέμου, με απώλεια εδαφών για την Αυστρία, το αποτυπώνει την κόπωση του πληθυσμού από τον πόλεμο, συνδυάζοντας μελαγχολία με τη χαρά για την επιστροφή της ζωής στην κανονικότητα. Στο εκτενές ποίημά του “Η Φοινικιά” (1900), το οποίο αφιερώνει στον Γ. Δροσίνη, ο Κωστής Παλαμάς χρησιμοποιεί το επιβλητικό και αγέρωχο δέντρο ως σύμβολο της φυσικής τελειότητας. Μέσα από τους 312 στίχους του, αναδεικνύει την ιδέα ότι η ανθρώπινη σκέψη και η τέχνη είναι εκείνες που προσδίδουν νόημα και πνευματικό περιεχόμενο στην κατά τα άλλα άψυχη ομορφιά της φύσης.















